Συνέχιζε να χιονίζει έξω.
Στεκόμουν στο παράθυρο κι άκουγα το βόμβο των νιφάδων
καθώς η μια πάνω στην άλλη στοιβάζονταν
Σε είδα να 'ρχεσαι
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Χαράκωνες το άσπρο και πλησίαζες δίνοντας την αυγή στο βλέμμα μου.
Ένιωσα να μ' αγγίζεις
Έσκυψα να σε φιλήσω
κι έμεινα να κοιτώ το τζάμι που το θάμπωσε η λαχτάρα μου.
Συνέχιζε να χιονίζει έξω.
Μα εσύ ήρθες
Με τον ανοιξιάτικο ουρανό στα μάτια
και το αεράκι του Απρίλη φυλακισμένο στα μαλλιά σου.
Απλωσα το χέρι να σε χαϊδεψω
κι έμεινα να κοιτώ το χνάρι που άφησε το χέρι μου
καθώς χανόσουν στη νύχτα τη λευκή
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Ήρθες πάλι απόψε
Γλυκειά της νιότης μου ψευδαίσθηση.
Wednesday, February 14, 2007
Wednesday, February 7, 2007
Επιθυμία
Το νιώθω. Θα ΄ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Σφεντάμια, σημύδες και λεύκες θα σε βλέπουν να βαδίζεις πάνω στην ασημιά λωρίδα που θα χαράζει το φεγγάρι. Θα βαδίσεις το μονοπάτι που οδηγεί στο ξέφωτο με τις μαργαρίτες. Με είδες να τις μαδάω χρόνια ψάχνοντας αυτή που κρύβει το μυστικό σου «Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά;» μ’ άκουσες να λέω πάλι και πάλι Στο βάθος θα σε καλεί ένα μικρό χρυσοκίτρινο φως. Θα προχωρήσεις αργά, όχι από δισταγμό αλλά από φόβο μήπως άργησες. Πίσω σου, η δροσιά που θα πέφτει ήδη, θα ζωγραφίζει τα ίχνη σου πάνω στη χλόη που θα τσακίζεται από τα βήματά σου. Θα περάσεις από το κατώφλι και θα σταθείς μπροστά σ΄ ένα μικρό γραφείο. Μια φωτογραφία σου θα σου στέλνει ένα χαμόγελο. Μια πένα ανοιχτή θ’ αφήνει το μελάνι της ν’ απλώνεται σα χτυπημένο αίμα πάνω σε μια λευκή σελίδα. Θα διαβάσεις τις λίγες σειρές που είναι γραμμένες. «Το νιώθω θα ‘ρθεις μια νύχτα μα με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν ρυθμικά, σαν τη δροσιά που στάζει απ’ τη στέγη στο τσίγκινο πιατάκι του σκύλου. Θα βλέπω τα φεγγάρι απλωμένο στο πρόσωπό σου σα μάσκα ομορφιάς. Τα μαλλιά σου σαν αχτίδες μιας απόκοσμης λάμψης που ποτέ δε βρήκα τη πηγή της. Έπειτα θα στρέψεις το βλέμμα σου και θα με δεις. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα στη γωνιά πλάι στο παράθυρο». Θ’ αφήσεις τη σελίδα στο γραφείο, θα στρέψεις το βλέμμα και θα με δεις σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Θα πλησιάσεις. Θ’ απλώσεις το χέρι σου και θ’ αγγίξεις το πρόσωπό μου. Έτσι όπως ονειρευόμουν πάντα, απόδειξη πως αυτό που κάποτε είδα στο βλέμμα σου ήταν αλήθεια. «Ηρθα» θα ψιθυρίσεις. Θα σκύψεις και θα με φιλήσεις στα χείλη. «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» θα ψιθυρίσεις. Θ’ ανοίξω τα μάτια και θα χαμογελάσω. Αλλά δεν θα είμαι εκεί. Θα έχω γίνει ένα λευκό σύννεφο, η το κυπαρίσσι που στέκει πίσω από το παράθυρο, ή πάλι εκείνο το αεράκι που σε τύλιγε καθώς πλησίαζες, ή το αστέρι που καταφέρνει να λάμπει παρά το φως του φεγγαριού, ή η μελάνη που είδες να απλώνει σαν αίμα πάνω στη λευκή σελίδα ή μια μαργαρίτα μ’ ένα μόνο πέταλο πάνω στο μίσχο της. Θα βγεις πάλι και θα βαδίσεις προς το ξέφωτο με τις μαργαρίτες. Θα σταθείς εκεί. Ούτε εσύ θυμάσαι ποια κρύβει το μυστικό σου. Εκεί ανάμεσα στις κομμένες θα βρεις μία μ’ ένα μόνο πέταλο απείραχτο στο μίσχο της.
Το νιώθω. Θα ‘ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να τρίζουν ελαφρά πάνω στη δροσιά της χλόης. Το νιώθω.Όμως εγώ δεν θα υπάρχω πια.
Το νιώθω. Θα ‘ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να τρίζουν ελαφρά πάνω στη δροσιά της χλόης. Το νιώθω.Όμως εγώ δεν θα υπάρχω πια.
Thursday, February 1, 2007
Μάθημα ανθρωπογνωσίας
Είμαι ένα μικρό παιδί που προσποιείται το μεγάλο για να σας ξεγελά έμαθα τη γλώσσα σας τον τρόπο που μιλάτε που τρώτε που γελάτε κι όταν χρειάζεται μαζί σας τραγουδώ κι ετσι κανείς ποτέ σας δε θα μάθει γιατί μόλις η νύχτα ανοίγει τα φτερά της ή και χωρίς αυτή κάθε φορά που κλείνω τα μάτια χάνεστε με μιας κανείς σας δεν υπάρχει κι η γλώσσα μου γίνεται ξανά ήχοι ανάκατοι χωρίς ειρμό με σύμφωνα πολλά που ο λαιμός σας δε μπορεί να τα προφέρει ή άλλες με φωνήεντα μακρά όπως αυτά που μες στην έκπληξη σας ή στο πόνο σας θυμάστε και προπαντός κανείς σας δε θα μάθει πως κάνω τα χέρια μου πινέλα κι αρχίζω μέσα στη νύχτα να τραβώ γραμμές κόκκινες κίτρινες μαβιές πράσινες γκρίζες και χρυσές ύστερα τις φυσώ και αποκτούν ζωή κινούνται μεγαλώνουν γίνονται θάλασσα βαθειά και στο βυθό της κολυμπώ ξέρετε πως όπως στα όνειρά σας μόνο που το ξεχνάτε το πρωί γιατί στο φως νομίζετε πως ήσαστε σπουδαίοι με δικηγόρους και γιατρούς με δικαστές χρηματιστές παπάδες και πολιτικούς ίππους πολλούς μηχανικούς σινιέ ρουχάκια μυς γυμνασμένους και σκληρούς στήθη και κώλους πλαστικούς και οι γραμμές μου γίνονται ουρανός κι εγώ κάνω τα χέρια μου φτερά και τραγουδώ μαζί με τα πουλιά και σας κοιτώ από ψηλά να μοιάζετε ασήμαντες κουκίδες τόσες πολλές που μουτζουρώνετε τη γη σαν τα σκουπίδια που πετάτε εδώ κι εκεί σαν τους καπνούς που αφήνετε παντού κι είστε πολλοί και τρέχετε σα φοβισμένοι ποντικοί χωρίς να ξέρετε για πού σαν κάτι να σας κυνηγά σπίτια να κτίζετε ψηλά σε θάλασσες και σε βουνά κάτι να ψάχνετε παντού και να ξεχνάτε το παιδί που μέσα σας κουρνιάζει και φτιάχνει μαγικούς βυθούς απέραντους καθάριους ουρανούς δίνει στα χρώματα ζωή και στη ζωή σας τη στιγμή που να χωράει το κάθε τι μα η νύχτα φέρνει την αυγή κι εγώ είμαι ένας από σας που πότε πότε υποκρίνομαι πως τάχα είμαι παιδί να ξεγελώ τη πίκρα μου που είμαι ένας από σας που είμαι ένας από μας.
Subscribe to:
Posts (Atom)