Tuesday, March 13, 2007

Νικηφόρος Ουρανός

[Για το χρόνο που θα χάσετε, όσοι τον ΄χασετε, να ζητήσετε το λόγο απ’ τη Herinna αφού είναι η ηθική αυτουργός. Ήθελε, λέει, να δει τι θα κάνω με τις λέξεις Σκιάχτρο, αρκούδα ή άρκτος, βάρκα, μετρό και λιμάνι. Και τι να κάνει ένας τυχάρπαστος περισσότερο απ’ αυτό;]

Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε πουτάνες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα, γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες. Πλησίαζε στο Μοναστηράκι, όταν σήκωσε πρώτη φορά τα μάτια του κι αντίκρισε την φωτισμένη Ακρόπολη να χάσκει ξεδοντιασμένη. "Σα σκιάχτρο" σκέφτηκε. Στο μυαλό του ήρθε κείνο το σκιάχτρο που έστηνε ο πατέρας του στ’ αμπέλι, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά από δω, χιλιάδες ώρες μακριά απ΄ το τώρα. Το σκιάχτρο, ένας σταυρός φτιαγμένος από δυο παλούκια, σκεπασμένος από μια παρταλιασμένη πουκαμίσα και λίγα άχερα στην κορυφή για κεφάλι. «Διώχνει τα πουλιά» του απάντησε. «Τούτη εδώ τι διώχνει;» αναρωτήθηκε. Το φόβο της λήθης; Της ασημαντότητας; Του μάταιου; Δεν ήξερε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά που φόρτωναν το μυαλό του. Την ξέχασε μόλις έστριψε στο στενό που του είχαν πει. Μπήκε σ’ ένα άθλιο μπαρ. Μπόχα και κάπνα και γυναίκες στα πόδια των θαμώνων. Πλησίασε στο πάγκο και ζήτησε το Σεργκέι. Τον οδήγησαν σ΄ ένα μικρό γραφείο στο πίσω μέρος. «Χίλια» του είπε με χοντρή προφορά. Τα μέτρησε πήρε το 38αρι και βγήκε. Ανέβηκε ίσια πάνω στο Σύνταγμα, πήρε καπνό, απ’ το μετρό κατέβηκε στον Άγιο Δημήτριο και το αμάξι του το πάρκαρε λίγα μέτρα απ’ το σπίτι του, κάπου ψηλά στην Ηλιούπολη.
Νικηφόρος Ουρανός έγραφε στην πόρτα που ξεκλείδωσε. Δεν τον έλεγαν Ουρανό φυσικά, Νικηφόρο όμως τον έλεγαν. Το κουβαλούσε σα βάρος αυτό το όνομα. Όσο κι αν έψαχνε δεν εύρισκε ούτε μια νίκη που να δικαιολογεί το όνομά του. Για να το χλευάσει είχε θυμηθεί τον Ουρανό. Τον είχε εντυπωσιάσει όταν μαθητής διάβασε πρώτη φορά το όνομα του βυζαντινού στρατηγού ή αυτοκράτορα, δεν θυμόταν πια ακριβώς και δεν είχε σημασία. Αρκετές φορές σχεδόν χαμογελούσε με τη σκέψη του. «Αν ήμουν ουρανός θα είχα την Άρκτο μου, τη μικρή και τη μεγάλη, την Αφροδίτη μου, Αυγερινός το πρωί το βράδυ Αποσπερίτης, και τη Σελάνα μου, να γεμίζει κάθε μήνα και να με κάνει αστραφτερό και διάφανο σαν αλάβαστρο, να αδειάζει και να γεμίζω με κείνα τα αναρίθμητα φωτάκια που αρέσει τόσο στα παιδιά να τα βλέπουν και να μαγεύονται, αλλ΄ όχι να τα δείχνουν, γιατί γιομίζουν τα δάχτυλά τους μυρμηγκιές.» «Θα είχα την άρκτο μου» σκέφτηκε και πάλι καθώς ακούμπησε το 38άρι στο γραφείο, «και δεν θα χόρευα για πενταροδεκάρες ομορφιάς όπως του γύφτου η αρκούδα κείνα τα χρόνια στη πλατεία του χωριού για λίγα ψίχουλα, δεν θα μουν ένα από τούτα τα εκατομμύρια μυρμήγκια, που απεγνωσμένα παλεύουν για ένα σπυρί, ένα ψίχουλο, μια τρύπα να χωθούν, ένα μουνί να το γαμούν και να του λεν πως τ’ αγαπούν και πως τους αγαπάει κι αυτό». Πάτησε το play στο στέρεο και την ώρα που η φωνή του Μάλαμα τραγουδούσε «στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα, βλέπεις αυτά που γίναν και τα επόμενα, βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό να τα πατάν στα στήθια τα πόδια του τα ίδια» έβαλε ένα μπέρμπον και βγήκε στο μπαλκόνι.
Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι, δεν τ’ αγαπούσε τα λιμάνια, θυμόταν όλα αυτά τα να βρεις ένα λιμάνι ν’ αράξεις, μια μεγάλη αγκαλιά σα λιμάνι κι άλλα τέτοια, όχι δεν τ’ αγαπούσε πια. Όμως το λιμάνι έφερε στο μυαλό του μια βάρκα, όχι μια συγκεκριμένη βάρκα, δεν είχε στο μυαλό του αναμνήσεις από βάρκες, εκτός ίσως από κείνη του στίχου «τώρα στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει», μια βάρκα που θα τον έπαιρνε και θα ταξίδευε αιώνια ανάμεσα ουρανό και θάλασσα χωρίς να χρειαστεί να πονέσει. Το τσιγάρο που κάηκε στο χέρι του τον γύρισε πίσω. «Δε γίνεται, δε γίνεται. Μια βάρκα γυρίζει πάντα στο λιμάνι, κι αυτός δεν ήθελε λιμάνια. "Θα φύγω" είπε φωναχτά, "θα φύγω".
Κάπνισε ένα τσιγάρο ακόμη, ήπιε το μπερμπον με μιας και γύρισε στο γραφείο του.
Άνοιξε τον υπολογιστή, έγραψε κάτι και όπλισε το 38άρι.

«Ρε σεις τα μάθατε! Ο Νικηφόρος τίναξε τα μυαλά του, σας τα λεγα ρε μαλάκες ότι ο τύπος είχε λαλήσει, σας το λεγα, όλο θα φύγω και θα φύγω ήταν, όχι μαλακίες μου λέγατε, τον πήραν από κάτω τα πενήντα του χρόνια μου λέγατε και μαλακίες. Και ξέρετε ρε, τον βρήκαν πεσμένο στο γραφείο του με το κεφάλι του, τέλος πάντων ότι είχε απομείνει απ’ αυτό, πεσμένο δίπλα στο πληκτρολόγιο, κι όταν καθάρισαν τα μυαλά του απ’ την οθόνη, έγραφε
«Εγώ φεύγω, εσείς τώρα ….άντε γαμηθείτε».

13 comments:

bebelac said...

άργησες, αλλά επέστρεψες με ένα φιλμ νουαρ-καλημέρα

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ said...

΄Ηταν ποτέ δυνατόν, εσύ, να μην κάνεις θαύματα, με τις λέξεις που έδωσε η Herinna;

takis said...

Τώρα γιατί εγω βλέπω "αναλογίες" με το ποστ της So Far(switch off)...αστο καλύτερα...τι να πώ... ασε που διάβασα και το σχόλιο σου εκεί...
Υπέροχα...αλλά μου έχουν ερθει μαζεμένα!
βρε για χαμογελάστε λίγο, αντε!

Υ.Γ Η απουσία σου απο διάφορες συζητήσεις εδω γύρω ειναι αισθητή τις τελευταίες μέρες (για μένα τουλάχιστον)
Υ.Γ 2.Στο είπα ε?,ξανά λοιπόν, πολύ δυνατά συγκινητικό κείμενο. (είδες τι βγάζουν τα "παιχνίδια")

Τίποτα said...

Άκόμα και τα πιο πιστά σκυλιά έχουν τα όριά τους, ε; :)

Herinna said...

Α ρε Τίποτα, ωραία το είπες :)
Εγώ από τη μεριά μου χαίρομαι πάρα πολύ που εσένα περιέλαβα στους πέντε μου, χαίρομαι πάρα πολύ που αυτό έβγαλες με τις πέντε λέξεις μου, το απόλαυσα μέχρι την τελευταία λέξη. Δεν μ' ενοχλεί που είναι βαριά κι έχουν θάνατο τα δυο κείμενα καθόλου, σας έχω δει και σε άσπρες στιγμές, απλώς αναρωτιέμαι αν αυτό το συναίσθημα σας το προκάλεσαν οι λέξεις μου και περιμένω να δω τι θα κάνουν και οι άλλοι τώρα, οπότε θα μπορώ να το πω με σιγουριά. Ωστόσο η ψιλικατζού είναι αρρωστούλα και δεν θα γράψει, μας έμειναν άλλοι δυο. Άντε να δούμε. Σ' ευχαριστώ πολύ πολύ που ανταποκρίθηκες και ακόμα περισσότερο που μας έδωσες αυτό.
Όσο για την πρόσκληση που έχω για σένα, είναι αυτή που αφορά την παγκόσμια μέρα της ποίησης στις 21 Μαρτίου, στείλε μου στο refene@in.gr να σου πω λεπτομέρειες.
Φιλιά και καλό βράδυ.

jojo said...

άλλοι γράφουν μικρά συμμαζεμένα (αρχιτεκτονημένα) κειμενάκια και άλλοι γράφουν ιστορίες ολόκληρες που σε ταξιδεύουν....

ευτυχώς που υπάρχουν καπετάνιοι σαν εσένα και η καθημερινότητά μας ταξιδεύει και λίγο παραπέρα.
:)

Τίποτα said...

Τυχάρπαστε, θα σε πειράξει πολύ, αν με αφορμή το δικό σου κείμενο και την τελευταία σου φράση, δεις κάτι αντίστοιχο στο χώρο μου; Οι επιρροές από το δικό σου κείμενο θα είναι φανερές, ούτως ή άλλως, αλλά όσο διάβαζα το δικό σου, έκανα κάποιες σκέψεις που θα ήθελα να διατυπώσω. Απάντησέ μου, please...

Helix Nebulae said...

Αν γράφουν έτσι οι τυχάρπαστοι, τι να πουν κι οι υπόλοιποι...

So_Far said...

Μας έβγαλαν πολλά αυτές οι λέξεις της Herinna και πάνω - κάτω τα ίδια.. το βρίσκω απόλυτα λογικό. Πάρα πολύ ωραίο ποστ, ρεαλιστικό, άμεσο , όλα τα έχει.. καλή σας μέρα !

Λούκι said...

Το κείμενο είναι ζηλευτά καλό. Μου θύμισε το τραγούδι του Π.Παυλίδη "ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ",
...Άλλη μια μέρα, άλλη μια κι ύστερα κι άλλη
κι ύστερα άλλη πάλι άλλη μια μέρα
όποιος τολμήσει να σηκώσει κεφάλι
άλλη μια σφαίρα ακόμη μια σφαίρα"

Καλό βράδυ

tyharpastos said...

@bebelac
@φύρδην μίγδην
@jojo
σας ευχαριστώ για πάντα καλά σας λόγια.

@herinna χαίρομαι που δεν σ' ενοχλεί ο θάνατος (κακός όταν τον σκέφτεσαι, αδιάφορος όταν συμβαίνει).
Για την πρόσκληση σ' ευχαριστώ αλλά, σου το είπα ήδη και στο μπλογκ σου, 500 χλμ και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις, είναι μεγάλα εμπόδια για να τα ξεπεράσω.

@Τίποτα, ναι έχουν και τα όριά τους, γι αυτό τοσα πολλά πέφτουν στις ρόδες των αυτοκινήτων. Οσο για την άδεια, είναι αυτονόητο ότι την είχες και άλλωστε με τιμά κιόλας.

@helix και οι τυχάρπαστοι κάνουν ότι μπορούν για να διαψεύσουν τον τίτλο τους. Ενίοτε το καταφέρνουν.
Σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη. Χαίρομαι όταν βλέπω καινούργιους φίλους.

@so -far

Δεν ήταν άμοιρο το κείμενό σας για την αυτόχειρα αεροσυνοδό γι' αυτό που μου προέκυψε. (Θα προτιμούσα να αυτοκτονεί, η αεροσυνοδός, από την επίγνωση της κενότητάς της και όχι από την ίδια την κενότητα, αλλά και πάλι ήταν εξαιρετικό).

@λούκι
Χαίρομαι που βρήκες το κείμενο καλό. Σ' ευχαριστώ. Όσο για τον Παυλιδη, δεν ξέρω τα τραγούδια του, αν και παρακολούθησα μία τουλάχιστον εμφάνιση του ση Σαλονίκη, από τα μεσάνυχτα μέχρι τις 04.00 συνοδύοντας τον 13χρονο τότε γιο μου, που είναι φαν του.

sunshine said...

Να χάσουμε το χρόνο μας... Θα το μετάνοιωνα αν δεν διάβαζα αυτή την υπέροχη ιστορία! Πραγματικά κάνεις θαύματα με τις λέξεις... όπως είπε ο φύρδην-μύγδην

unlearn said...

Πρώτη φορά που σε διαβάζω και διάβασα αυτό το υπέροχο κείμενο.
Πολύ πολύ καλογραμμένο!
Το τέλος σαρώνει!

Καλησπέρα.