Στάθηκε πίσω από το τζάμι και κοίταξε έξω. Έβρεχε πάλι. Όπως χθες, σκέφτηκε, και προχθές και πριν λίγο που είναι Μάιος του 77 κι αυτός είναι ακόμη μαθητής στην τελευταία τάξη του εξαταξίου και ετοιμάζεται για τις εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια και κάνει κοπάνα απ' το φροντιστήριο, το "Νέο Θεωρητικό" στην Πρίγκηπος Νικολάου, πλάι στο εστιατόριο, το "Χρυσό Παγώνι", όπου αργότερα του άρεσε να τρώει πατάτες με κιμά και ν' αναρωτιέται αν τα γκαρσόνια είχαν προλάβει και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, και μετά τσόντα σε κινηματογράφο στο Βαρδάρη, με τον Γιώργο Π, μαζί από έξι χρόνων στα σχολεία, τώρα είναι φούρναρης στο χωριό, παντρεμένος και πατέρας, συντροφιά με μια πληγή απ' τα χρόνια του γυμνασίου, για την κοπελίτσα, ένα θρανίο πιο μπροστά στην διπλανή σειρά, Τασούλα τη λέγανε, κι ήταν γλυκειά, δεν βλέπονται συχνά, μα τα χρόνια της αθωότητας, της εφηβείας, των φόβων και των πρώτων ερώτων κάτι έχουν αφήσει παρακαταθήκη και από καιρό σε καιρό το ποτίζουν με λίγη ρετσίνα, μη και ξεραθεί, και ο άλλος Γιώργος, Π κι αυτός, έξι χρόνια μαζί στο γυμνάσιο, υπάλληλος τώρα με δυο παιδιά από τον έρωτα της ζωής του, την Κατερίνα, που άνθισε όντας μαθητές κι οι δυο τους, χάθηκαν τώρα έστω κι αν τα λένε καμιά φορά, κι είναι εφτά τ' απόγευμα και ξεκινάνε από το Βαρδάρη για το στάδιο, κι αρχίζει να βρέχει, μπόρα καλοκαιριάτικη κ' η πόλη γυαλίζει, Αντωνίου Καμάρα για κάποιο μπουφάν, ο Τάσος όμως λείπει, και πάλι στο δρόμο με τα πουκάμισα να στάζουν, και μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα, μετά το παιγνίδι, Ελλάδα - ΕΣΣΔ 1-0 με ένα γκολ από κεφαλιά ψαράκι του Παπαϊωάννου, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και κάθεται παγωμένος στην καρότσα του DATSUN ενός συγχωριανού και φτάνει στον Φοίνικα κι από κει ταξί για το χωριό, τώρα φαντάξει τρελό, τότε φυσικό, επιβεβαίωση ελευθερίας και ανεξαρτησίας, και η πόλη, α! η πόλη, τι γοητεία, τι περίεργη ευτυχία να αισθάνεται ότι μπορεί να κυκλοφορεί στους δρόμους αυτής της απέραντης πόλης, θάλασσα ατέλειωτη, θάλασσα και βρέχει, και τον καλεί και πάλι στη μαγεία, όπως και τότε, ταλαντεύεται, θέλει να πάει, θέλει να βυθισθεί, δεν το κάνει όμως, ο βαρδάρης είναι μακριά, πολύ μακριά, κι ας αισθάνεται σαν τότε, η ελευθερία γραμμάτιο που έχει εξοφληθεί, και τη μαγεία πρέπει να τη ρουφά κρυφά σαν ουσία απαγορευμένη, με δικαστές και αστυνόμους έτοιμους να τον φυλακίσουν, αν τύχει να τον δουν να πετάει, να πετάει προς τα πίσω, στην Κέρκυρα, στην εκδρομή της έκτης του Γυμνασίου, βρέχει απ' το πρωί ασταμάτητα, δεν είναι πρόβλημα όμως, κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται, τα φλας μπερδεύονται με τις αστραπές, ο Γ, η Β, η Φ, ο Τ, ο Γυμναστής, η Α που όπως του είπαν τον αγαπούσε, δεν ήταν όμορφη, μα με κάποιο τρόπο του άρεσε, ίσως τον κολάκευε η αγάπη της, χάθηκαν πια, πάνε πολλά χρόνια που δεν την είδε, ούτε καν άκουσε, θέλει όμως να την δει, καθώς και μερικούς ακόμη από κείνη την εκδρομή, βρέχει μέχρι που να γυρίσουν, βρέχει και κάθεται στο γραφείο του, «του», τέλος πάντων, είναι στιγμές που αισθάνεται ενοχές γιατί διέψευσε τις προβλέψεις όλων που έβλεπαν λαμπρή την οδό, έξυπνος, ετοιμόλογος, ευφυής, στα δέκα επτά του στη Νομική, όμορφος που ήταν ο πρώτος μήνας, Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος, δεν θυμάται πια, ο θείος του που τον φίλησε μέσα στο δρόμο και κείνος ο καλός φίλος του ο Ηλίας, μεγαλώσανε στην ίδια γειτονιά, στον κήπο του δημοτικού σχολείου, ορφανός εκείνος από μικρός, χάθηκαν εντελώς, παρά την τόση παρέα ο χρόνος στάθηκε σκληρός, κρίμα, που τον σταμάτησε και τον φίλησε στην πλατεία του χωριού, κι η μάνα του έλαμπε από χαρά και το δειχνε κι ο πατέρας του, α! ο πατέρας του όλη του τη ζωή σκυμμένος στα χωράφια του, θυσία η ζωή στα γράμματα, στα γράμματα που ποθούσε και δεν έμαθε, δεν γέλασε, δεν χόρεψε, ούτε καν τον φίλησε, μα όσοι είχαν μάτια έβλεπαν να λάμπει, ναι η βροχή φταίει για το υγρό του πρόσωπο και η ψυχή του που θέλει πότισμα, δίσταζε πάντα να βραχεί και να ποτίσει, άνδρας γαρ, δυνατός, δυνατός τόσο που όταν τα νεύρα του τεντώνουν δεν κλαίει πια, αλλά δέρνει το γιο του γιατί στα τέσσερα του χρόνια εννοεί να είναι τόσο και όχι 44, και μετά στο μπαλκόνι του βλέπει τη βροχή και μουσκεύει το πρόσωπο του, και όλο το απόγευμα δεν μιλάει και το βράδυ, όταν μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού, αυτό, θαρρείς για να τον τιμωρήσει, έχει κοιμηθεί, και λίγο αργότερα βρέχει πάλι και είναι πρωτοετής και περιμένει κάτω από ένα μπαλκόνι, στο φροντιστήριο ΣΥΓΧΡΟΝΟ, στην Τσιμισκή, στην ΧΑΝΘ απέναντι, θυμωμένος με τη βροχή γιατί η Χ σε λίγο θα φανεί στην πόρτα και δεν μπορεί να περπατήσει μαζί της στην παραλία και να καθίσει στο παγκάκι λίγο πέρα από τον Στρατηλάτη τη λίγη ώρα που της περισσεύει, βρέχει και νιώθει πάλι στο στόμα του τη γεύση του φιλιού της, νιώθει πάλι στο χέρι του τη ζέστη της να το τυλίγει καθώς ανάμεσα στο σκούρο γαλάζιο πουλόβερ και στο ριγέ πουκάμισο αναζητάει ψηλαφητά τις πύλες που οδηγούν σε κρυμμένους παραδείσους, νιώθει να τον πλημμυρίζει και πάλι η μυρουδιά του κορμιού της, βρέχει και η μουσκεμένη ψυχή του αναζητάει την παρουσία της πλάι στο τζάκι, βρέχει και τα μικρά χαρούμενα μωράκια της αναπνοής της του έδειξαν το δρόμο και περπάτησε πάλι για το Στάδιο.......»