Sunday, April 8, 2007

Πασχαλινά


Στις 11.00 ανοιξε ο φουρνος. Προστέθηκε το ρύζι κλπ. Τα ταψιά σκεπάζονται πάλι με τις κεραμίδες. (Ο πρωτότοκος [αδελφός μου] δένει, ο μικρός μου γιος παρακολουθεί)











Λίγα πουρνάρια ακόμη στο φούρνο.
Η θράκα περιμένει.














Οι πλάτες του Επιτίμου που επιστατεί














Ο Επίτιμος, (ο πατέρας μου) στα 81 του σήμερα, παρέδωσε την Προεδρία στον πρωτότοκο αδελφό μου, αφού άσκησε επιτυχώς τα καθήκοντα του για περισσότερα από τριάντα χρόνια










Η σύζυγος του Επιτίμου (μάνα μου φυσικά, ο Επίτιμος με μία πορεύτηκε), στα 74, η το γενικό πρόσταγμα έχουσα, δίνει το ΟΚ για τη συνέχεια (βέβαια δεν επιστατεί μόνο αλλά ξεπατώνεται στη δουλειά μέχρι τη στιγμή του ΟΚ)











Ο πρωτότοκος στην εκτέλεση του καθήκοντος. Τα πρωτοτόκια έχουν και τις δυσκολίες τους.

Το πρώτο ταψί (πέντε θα μπουν συνολικά, παλιότερα έμπαιναν μέχρι εφτά), το δικό μας, θα πάει στο βάθος. (Το μεσημέρι διαπιστώσαμε ότι μερικά κάρβουνα είχαν εισβάλει σε απαγορευμένη περιοχή, αλλά απομακρύνθηκαν επιτυχώς)






Για καλό και για κακό, Πάσχα είναι, κανείς δε ξέρει τι μπορεί να μπει στα μυαλά των αρνιών, όλο Ανέστη και Ανέστη ακούν γύρω τους, ο φούρνος σφραγίζεται. Σε δύο ώρες όλοι εδώ για την παραλαβή.








Για ευνόητους λόγους δεν υπάρχουν φωτογραφίες του περιεχομένου των ταψιών. Θα ζηλεύατε όσο κι αν έχετε φάει.
(Δυο τα ταψιά, δυο τα αρνιά είκοσι αυτοί που τα φάγαμε. Δεν υπάρχει φωτορεπορτάζ γιατί ...έτρωγα)
Για όσους ενδιαφέρονται για το θέμα. Το φαγητό ονομάζεται βουλωτό. Το αρνί ή το κατσίκι γεμίζεται με ρύζι-συκωτάκια κλπ (μη μου ζητάτε συνταγή, δεν τη΄ξέρω, εγώ απλά τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια, με εξαίρεση μία χρονιά μόνο) απλώς το τρώω. Ψήνεται στους παραδοσιακούς φούρνους, όσους σώζονται, και σε όσους κτίστηκαν πρόσφατα σε αυλές. Σε κάθε φούρνο μαζεύονται περισσότεροι, γείτονες ή συγγενείς. Ο φούρνος καίγεται με πουρνάρια από τις 07.00 και γύρω στις εννιά τά ταψιά μπαίνουν στο φούρνο, η πόρτα του οποίου κτίζεται. Σημαντικό να μην παίρνει αέρα γιατί σε διαφορετική περίπτωση, αντί για αρνί υπάρχει περίπτωση το γεύμα να γίνει με τυρί και κόκκινα αυγά. Οι μερακλήδες το στρώνουν και στα τσίπουρα περιμένοντας. Στις 11.00 ανοιγει φούρνος, γυρίζουν τα ψήματα και μπαίνει και το πέριξ ρύζι με τα σχετικά του. Στις 13.00 με 13.30 ανοίγει ο φούρνος, ο καθένας το ταψί του και δρόμο για το τραπέζι. Το ταψί μπαίνει στη μέση του τραπεζιού και γίνεται το έλα να δεις. Συνοδεύεται από τυρί και στραγγιστό γιαούρτι. Γίνονται και σαλάτες, οι οποίες απλώς περιμένουν για να πάνε στα σκουπίδια. Το φαγητό διατηρεί τη μαγεία του και σήμερα, γιατί οι περισσότεροι το κάνουν μόνο το Πάσχα, άντε και μια φορά ακόμη. Πολύ νόστιμο, αλλά για γερα στομάχια. Καλή χώνεψη.


Monday, April 2, 2007

Των Βαϊων

Πανταχού παρούσα η απουσία
μοιράζει μοναξιά
όπως φύλλα δάφνης
την Κυριακή των Βαϊων ο παππάς.
Κι επί πώλου όνου ο Νυμφίος.
Ενα κενό που το κρύβουν τα ωσαννά.

Tuesday, March 27, 2007

Το Στάδιο

Στάθηκε πίσω από το τζάμι και κοίταξε έξω. Έβρε­χε πάλι. Όπως χθες, σκέφτηκε, και προχθές και πριν λίγο που είναι Μάιος του 77 κι αυτός είναι ακόμη μαθητής στην τελευταία τάξη του εξαταξίου και ετοιμάζεται για τις εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια και κάνει κοπάνα απ' το φροντιστήριο, το "Νέο Θεωρητι­κό" στην Πρίγκηπος Νικολάου, πλάι στο εστιατόριο, το "Χρυσό Παγώνι", όπου αργότερα του άρεσε να τρώει πατάτες με κιμά και ν' αναρωτιέται αν τα γκαρσόνια είχαν προλάβει και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, και μετά τσόντα σε κινηματογράφο στο Βαρδάρη, με τον Γιώργο Π, μαζί από έξι χρόνων στα σχολεία, τώρα είναι φούρναρης στο χωριό, παντρεμένος και πατέρας, συντροφιά με μια πληγή απ' τα χρόνια του γυμνασίου, για την κοπελίτσα, ένα θρανίο πιο μπρο­στά στην διπλανή σειρά, Τασούλα τη λέγανε, κι ήταν γλυκειά, δεν βλέπονται συχνά, μα τα χρόνια της αθωότητας, της εφηβείας, των φόβων και των πρώτων ερώτων κάτι έχουν αφήσει παρακαταθήκη και από καιρό σε καιρό το ποτίζουν με λίγη ρετσίνα, μη και ξεραθεί, και ο άλλος Γιώργος, Π κι αυτός, έξι χρόνια μαζί στο γυμνάσιο, υπάλληλος τώρα με δυο παιδιά από τον έρωτα της ζωής του, την Κατερίνα, που άνθισε όντας μαθητές κι οι δυο τους, χάθηκαν τώρα έστω κι αν τα λένε καμιά φορά, κι είναι εφτά τ' απόγευμα και ξεκινάνε από το Βαρδάρη για το στάδιο, κι αρχίζει να βρέχει, μπόρα καλοκαιριάτικη κ' η πόλη γυαλίζει, Αντωνίου Καμάρα για κάποιο μπουφάν, ο Τάσος όμως λείπει, και πάλι στο δρόμο με τα πουκάμισα να στάζουν, και μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα, μετά το παιγνίδι, Ελλάδα - ΕΣΣΔ 1-0 με ένα γκολ από κεφαλιά ψαράκι του Παπαϊωάννου, μού­σκεμα μέχρι το κόκαλο και κάθεται παγωμένος στην καρότσα του DATSUN ενός συγχωριανού και φτάνει στον Φοίνικα κι από κει ταξί για το χωριό, τώρα φα­ντάξει τρελό, τότε φυσικό, επιβεβαίωση ελευθερίας και ανεξαρτησίας, και η πόλη, α! η πόλη, τι γοητεία, τι περίεργη ευτυχία να αισθάνεται ότι μπορεί να κυκλο­φορεί στους δρόμους αυτής της απέραντης πόλης, θά­λασσα ατέλειωτη, θάλασσα και βρέχει, και τον καλεί και πάλι στη μαγεία, όπως και τότε, ταλαντεύεται, θέ­λει να πάει, θέλει να βυθισθεί, δεν το κάνει όμως, ο βαρδάρης είναι μακριά, πολύ μακριά, κι ας αισθάνε­ται σαν τότε, η ελευθερία γραμμάτιο που έχει εξοφλη­θεί, και τη μαγεία πρέπει να τη ρουφά κρυφά σαν ου­σία απαγορευμένη, με δικαστές και αστυνόμους έτοι­μους να τον φυλακίσουν, αν τύχει να τον δουν να πε­τάει, να πετάει προς τα πίσω, στην Κέρκυρα, στην εκ­δρομή της έκτης του Γυμνασίου, βρέχει απ' το πρωί ασταμάτητα, δεν είναι πρόβλημα όμως, κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται, τα φλας μπερδεύονται με τις α­στραπές, ο Γ, η Β, η Φ, ο Τ, ο Γυμναστής, η Α που ό­πως του είπαν τον αγαπούσε, δεν ήταν όμορφη, μα με κάποιο τρόπο του άρεσε, ίσως τον κολάκευε η αγάπη της, χάθηκαν πια, πάνε πολλά χρόνια που δεν την εί­δε, ούτε καν άκουσε, θέλει όμως να την δει, καθώς και μερικούς ακόμη από κείνη την εκδρομή, βρέχει μέχρι που να γυρίσουν, βρέχει και κάθεται στο γραφείο του, «του», τέλος πάντων, είναι στιγμές που αισθάνεται ενοχές γιατί διέψευσε τις προβλέψεις όλων που έβλεπαν λαμπρή την οδό, έξυπνος, ετοιμόλογος, ευφυής, στα δέκα επτά του στη Νομική, όμορφος που ήταν ο πρώ­τος μήνας, Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος, δεν θυμάται πια, ο θείος του που τον φίλησε μέσα στο δρόμο και κείνος ο καλός φίλος του ο Ηλίας, μεγαλώσανε στην ίδια γειτονιά, στον κήπο του δημοτικού σχολείου, ορ­φανός εκείνος από μικρός, χάθηκαν εντελώς, παρά την τόση παρέα ο χρόνος στάθηκε σκληρός, κρίμα, που τον σταμάτησε και τον φίλησε στην πλατεία του χωριού, κι η μάνα του έλαμπε από χαρά και το δειχνε κι ο πατέρας του, α! ο πατέρας του όλη του τη ζωή σκυμμένος στα χωράφια του, θυσία η ζωή στα γράμματα, στα γράμματα που ποθούσε και δεν έμαθε, δεν γέλασε, δεν χόρεψε, ούτε καν τον φίλησε, μα όσοι είχαν μάτια έβλεπαν να λάμπει, ναι η βροχή φταίει για το υγρό του πρόσωπο και η ψυχή του που θέλει πότισμα, δίσταζε πάντα να βραχεί και να ποτίσει, άν­δρας γαρ, δυνατός, δυνατός τόσο που όταν τα νεύρα του τεντώνουν δεν κλαίει πια, αλλά δέρνει το γιο του γιατί στα τέσσερα του χρόνια εννοεί να είναι τόσο και όχι 44, και μετά στο μπαλκόνι του βλέπει τη βροχή και μουσκεύει το πρόσωπο του, και όλο το απόγευμα δεν μιλάει και το βράδυ, όταν μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού, αυτό, θαρρείς για να τον τιμωρήσει, έχει κοιμηθεί, και λίγο αργότερα βρέχει πάλι και είναι πρωτοετής και περιμένει κάτω από ένα μπαλκόνι, στο φροντιστήριο ΣΥΓΧΡΟΝΟ, στην Τσιμισκή, στην ΧΑΝΘ απέναντι, θυμωμένος με τη βροχή γιατί η Χ σε λίγο θα φανεί στην πόρτα και δεν μπορεί να περπατήσει μαζί της στην παραλία και να καθίσει στο παγκάκι λί­γο πέρα από τον Στρατηλάτη τη λίγη ώρα που της περισσεύει, βρέχει και νιώθει πάλι στο στόμα του τη γεύση του φιλιού της, νιώθει πάλι στο χέρι του τη ζέ­στη της να το τυλίγει καθώς ανάμεσα στο σκούρο γα­λάζιο πουλόβερ και στο ριγέ πουκάμισο αναζητάει ψηλαφητά τις πύλες που οδηγούν σε κρυμμένους πα­ραδείσους, νιώθει να τον πλημμυρίζει και πάλι η μυ­ρουδιά του κορμιού της, βρέχει και η μουσκεμένη ψυχή του αναζητάει την παρουσία της πλάι στο τζάκι, βρέχει και τα μικρά χαρούμενα μωράκια της αναπνο­ής της του έδειξαν το δρόμο και περπάτησε πάλι για το Στάδιο.......»