Η λειτουργία του blog αναστέλλεται για αόριστο χρόνο.
Ευχαριστώ από καρδιάς όσους με τίμησαν με τις επισκέψεις τους και τα σχόλιά τους. Ευχαριστώ και όσους διέθεσαν λίγο χρόνο για να διαβάσουν τις σκέψεις μου χωρίς ν' αφήσουν το ίχνος τους.
Εύχομαι σε όλους καλά ταξίδια
Σας χαιρετώ μ' ένα στίχο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (ότι καλύτερο μας συνέβη τα 20 τελευταία χρόνια στο χώρο της μουσικής)
"ο νους μας είναι αληταριό κι όλο θα δραπετεύει"
:-)
Thursday, April 26, 2007
Sunday, April 22, 2007
Ενας δεξιός, η Επανάσταση και τα Blogs (2o και τελευταίο)
…..ήρθε κι ο Νίκος, όχι ο μικρός μου γιος, αυτός ήρθε, μετα το Χρήστο, τον πρωτότοκο, πολύ αργότερα κι ακόμη δεν φάνηκε αν θα ‘ναι προοδευτικός ή σαν τον πατέρα του, ο άλλος ο Νίκος, ο Ρηγάς, στο τρίτο της φιλοσοφικής αυτός στο πρώτο της νομικής εγώ, και είχε πάει ο πατέρας μου ο δεξιός στο δικαστήριο, τον είχαν μαζέψει οι μπάτσοι σε μια πορεία, γένια και πολλά μαλλιά, δεν τα χάριζαν τότε, κι είναι καλό παιδί τους είπε και στη ΝΔ και φαίνεται κι οι Δικαστές ήταν δεξιοί και τον πίστεψαν, και τι δουλειά έχεις εσύ με τον Καστοριάδη ρώτησε, και εκείνο το γελάκι, κι ευτυχώς δεν είδε το ΑΝΤΙ , μ’ άρεσε ο Ζουράρις κι ο Καλλιόρης κι οι μάχες για τη γλώσσα με το Φόρη, κι εγώ τι να του πω από δεξιούς γονείς, κι ήρθαν και οι συνελεύσεις και κείνος ο συνδικαλιστής της ΔΑΠ, έτρωγε γιαούρτι μ’ ένα φασίστα είπε ο σύλλογος και τον διέγραψε, κι άλλοι κι ο Βαγγέλης μαζί τους, αυτός ντε που θα τον έχουμε πρωθυπουργό, αύριο μεθαύριο, στο Ρήγα τότε, να ρητορεύει μη ακουόμενος, ναι ναι ακόμη κι αυτός μη ακουόμενος, και ο άλλος ο τέως υπουργός ο Χάρης, Πρόεδρος της βουλής αποκαλούνταν στο συνέδριο της ΦΕΑΠΘ το ‘78, το ήξερε φαίνεται κι έκανε τη γενική του πρόβα, καλά τα πήγαινε, και κανείς δεν άκουγε κανένα, κι ήταν όλοι τους δημοκρατικοί, αρκεί να συμφωνούσες μ’ αυτό που έλεγαν, κι ήταν όλοι τους νέοι και ήταν φυσικό, τώρα δεν είναι όταν τους ακούω να λένε πώς τότε έτσι και τότε αλλιώς κι αλλιώτικα και μ΄ όλα αυτά μ’ αφήσαν με τη πίκρα που δεν μου ήτανε γραφτό να γίνω επαναστάτης κι έμεινα μόνο στην εντός μου, δεν χαίρομαι ντε και καλά μ’ αυτό, όπου οι επαναστάτες προχωρούσαν ακάθεκτοι σαρώνοντας την κάθε αντίσταση κι ήμουν ευάλωτος κι όταν οι Πράσινοι το κέρδισαν το ντερμπι, ανακουφίστηκα, όχι όπως προχθές που κέρδισαν οι ασπρόμαυροι, γιατί είμαι με τους κίτρινους, πίκρα μεγάλη, κι ας στενοχωρήθηκαν οι δεξιοί γεννήτορες, ανακουφίστηκα, δεν θα έφταιγα εγώ για τους φτωχούς, τους μπάτσους που έδερναν τα παιδιά, για τους φακέλους, για τους αγωνιστές, για τους παπάδες, τους γάμους τους θρησκευτικούς, τις προσευχές μες στα σχολεία, για τα θρησκευτικά, τα αρχαία ελληνικά, για τις φωτιές και κείνες τις κουκουνάρες που ζεμάτισαν τον Γεώργιο, όχι τον τωρινό, αυτός είναι Γιώργος και καμιά φορά Γιωργάκης, αλλά εκείνο τον παλιό, το βάζελο, που δεν ήθελε τα «ου» κι έγινε σκετσάκι και φυσικά μπήκε στο ράφι, άλλος ο αέρας ο πράσινος, άλλη εποχή, μου άρεσε ο Ανδρέας, γοητευτικός, ηδονιστής και εξουσιολάγνος ήταν ότι πρέπει για να απομυθοποιήσει τα πάντα και να ρίχνει λάδι στην επανάσταση εντός μου, όπως και οι άλλοι που τα μεγάλα λόγια της επανάστασης τα έκαναν μεγάλα ανεξόφλητα γραμμάτια και έσπευσαν να τα εξαργυρώσουν με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα και τα εξαργύρωσαν και κάπου εκεί ανάμεσα σε πάμπερς τούβλα και βρωμιά ήρθε κι ο Δρακουμελ, εκείνος ο ψηλός που θα πεθάνει αφού θάψει το θεό, όχι τον Καραμανλή, αυτόν τον θάψαμε όλοι μαζί σχεδόν με όλες τις τιμές, αλλά τον άλλο του ουρανού, και μετά ο άλλος Κώστας πάλι, τρισβάρβαρος με τα ελληνικά, Κωστάδες κι οι δυο, μια έτσι το νόμισμα και μια αλλιώς και για να μη χάσει την πλάκα του το πράγμα κι άλλος Κώστας στη σειρά, ο τρίτος, έστω και Κωστάκης, Κώστας κι αυτός και πάλι το νόμισμα στην άλλη του πλευρά και φτου κι απ’ την αρχή, η δεξιά κι αριστερά κι οι προοδευτικοί και οι επαναστατικές ασκήσεις κι όλοι να λένε τα ίδια, όπως και τότε, σαν να μη πέρασε μέρα, οι φοιτητές, οι καθηγητές, οι πολιτικοί, τι διάβολο μόνο για μένα έτρεχε ο χρόνος κι αντί 18 έφτασα να ’μαι 48 και μόνο η επανάσταση εντός μου επιμένει να μου θυμίζει ότι χρωστώ πολλά και στους δεξιούς γεννήτορες και στις τόσες επαναστάσεις γύρω μου, τους χρωστώ την επανάσταση εντός μου, που με βοήθησε να μάθω να ψάχνω την ουσία, πίσω από τις ταμπέλες και τα κουτάκια, που κάνουν τον κόσμο βρώσιμο και χαλαρό, σαν σαπουνόπερα, να γλιτώσω οριστικά απ’ τα παγίδα του καλού και του κακού, του άσπρου και του μαύρου, απ΄ την αυταρέσκεια του «ξέρω εγώ», βοήθησε να αποδεχτώ τις αντιφάσεις που με συγκροτούν, όπως και σας όπως και τον καθένα που γεννήθηκε ή θα γεννηθεί, βοήθησε να μάθω ν’ αγαπώ τα τραύματα που περιέχω και με πονούν και να γνωρίσω πως τα ‘χετε και σεις κι ο καθένας που γεννήθηκε ή θα γεννηθεί, και τώρα θα μου πείτε, εντάξει τη βόλεψες βρήκες την επανάσταση εντός σου και καθάρισες ας πάνε να κουρεύονται οι άλλοι που δέρνονται, που πολεμούν, που καταπίνουν δακρυγόνα και καπνούς, ίσως και να ‘χει αλήθεια η σκέψη σας αυτή, όμως κι η εντός μου είναι σκληρή γιατί όλοι αυτοί που την κινούν με λόγια ποιήματα και μουσικές με ζωγραφιές και μ’ ότι άλλο όπλο του ανήκει, είναι ανελέητα σκληροί κι υπάρχουν για να βαθαίνουν τις πληγές κι όχι για να τις θεραπεύουν κι κάπως έτσι έφθασαν τα μπλογκς κι είπα κι εγώ να η ευκαιρία σου να πάρεις μέρος σε μιαν επανάσταση μα γρήγορα κατάλαβα πως πράγματι δεν μου ήτανε γραφτό γι’ αυτό θα μείνω μ’ αυτή που είναι εντός μου και θα γράφω αυτό που με πονά, που με τρομάζει, που με κυνηγά κι αν τύχει ένας από σας που τα διαβάζει να βρει στα γραπτά την αφορμή για να σκεφτεί ότι τα πράγματα είναι έτσι αλλά κι αλλιώς τότε η δική μου επανάσταση θα ‘χει δικαιωθεί κι αν όχι δε πειράζει γιατί το έχω αποδεχτεί,
Γεννήθηκα και παραμένω δεξιός σε όλα, στο χέρι που γράφω, στο πόδι που κλωτσάω, στην ερώτηση του ράφτη, στο κόμμα που ψηφίζουν οι γεννήτορες.
Γεννήθηκα και παραμένω δεξιός σε όλα, στο χέρι που γράφω, στο πόδι που κλωτσάω, στην ερώτηση του ράφτη, στο κόμμα που ψηφίζουν οι γεννήτορες.
Saturday, April 14, 2007
Ενας δεξιός, η επανάσταση και τα blogs
(Οι σκέψεις που ακολουθούν ήρθαν στο μυαλό μου από μια συζήτηση που άνοιξε στο μπλογκ του Helix_nebulae, διάβασα σχετικά στh so_far, στην Vouts κι αλλού και κυρίως απ΄το σχολιο κάποιου στο πρώτο απ΄τα παραπάνω, όπου γινόταν αναφορά σ' ένα ΄δικτυακό τόπο "όπου εμείς οι προοδευτικοί" ή κάπως έτσι θα λέμε, γράφουμε κλπ. Βέβαια δεν είναι βέβαιο ότι αυτά που κατέβηκαν στο μυαλό μου έχουν κάποια έστω και χαλαρή σχέση με το θέμα, αλλά αυτά κατέβηκαν τι να κάνω τώρα.)
Γεννήθηκα δεξιός σε όλα, στο χέρι που γράφω, στο πόδι που κλωτσάω, στην ερώτηση του ράφτη, στο κόμμα που ψήφιζαν οι γεννήτορες. Η πρώτη επανάσταση για την οποία άκουσα ήταν η χούντα. Δεν είναι καλό πράγμα σκέφτηκα γιατί εμείς δεν ήμαστε μαζί τους. Το καταλάβαινα αυτό απ’ τα λίγα λόγια που άκουγα απ’ το πατέρα μου, καθώς τριγύριζα στο παντοπωλείο του, ψάχνοντας την ευκαιρία να αρπάξω καμιά αμυγδάλου ΙΟΝ, η πρώτη και μεγάλη μου αγάπη, ή κανένα τάλιρο απ’ το ταμείο για ν’ αγοράσω ΦΑΝΤΑΖΙΟ, ειδικά όταν είχε αφίσα του Βοσκόπουλου. Α, ναι διάβαζα φανατικά και την περίληψη μεγάλων αισθηματικών μυθιστορημάτων που δημοσίευε, συνήθως σε τέσσερις σελίδες, κι έτσι έμαθα ότι "Οι Δαιμονισμένοι" του Ρώσου με το γλωσσοδέτη όνομα, αυτού του Ντοστογιέφσκι, ήταν ερωτικό μυθιστόρημα κι έπαθα μεγάλη νίλα, όταν, μεγάλος πια, διαπίστωσα ότι το αγαπημένο μου περιοδικό με είχε εξαπατήσει ελαφρώς. Ας είναι, έβαλε τόσες φορές αφίσα του Βοσκόπουλου, τότε δεν είχε Γκερέκου αλλά είχε Λάσκαρη, άπαιχτος ο τύπος, μόνο απ΄ τον αφρό έτρωγε, που του συγχωρώ και μια δυο μικροαπάτες του στις περιλήψεις των μυθιστορημάτων. Το καταλάβαινα ότι δεν ήμαστε με την χούντα κι από μια έγχρωμη φωτογραφία που είχε ο πατέρας μου καρφωμένη στο παράθυρο του παντοπωλείου, από το μέσα μέρος μεν, αλλά ορατή από παντού. Ένας κύριος με μπλε πόλο μπλουζάκι και μια μπεζ ζακέτα να στέκεται σ’ ένα μπαλκόνι και να ατενίζει το δάσος της Βουλώνης. Μπράβο, σωστά το καταλάβατε! Ο Καραμανλής ήταν. Τον γνώρισα όταν τον είδα στην τηλεόραση τον Ιούλιο του ’74. Μετά στη ζωή μου, και όλων, μπήκε για τα καλά η επανάσταση. Των κομμουνιστών, των μη προνομιούχων, των καλλιτεχνών, των εργατών, των…των….των….άλλων δημοκρατικών δυνάμεων, των ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ. Κι εγώ ήθελα να είμαι με την επανάσταση, με κάποια επανάσταση τέλος πάντων, τόσες και τόσες υπήρχαν. Αλλά δε γινόταν γιατί εμείς τώρα ήμαστε με την αντίδραση, τη συντήρηση, το κράτος της δεξιάς, τους υποστηρικτές της Χούντας και διάφορα άλλα. Το ήξεραν όλοι στο χωριό αυτό, πώς να πεις ότι είσαι με την επανάσταση, με κάποια επανάσταση. Και το χειρότερο; Πάει ο Τόλης πάει και το Φαντάζιο. Ηρθε ο Μίκης με αυτό το χώμα που ήταν δικό μας και δικό τους και με τους άλλους που μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά και με τα παιδιά που τα ξεσήκωνε και βγαίνανε στους δρόμους κι εγώ, δεξιός μεν, αλλά δε μπορούσα να μείνω απ’ έξω κι ήμουν στο Παλαί, στην πρώτη μεταδικτατορική συναυλία που έδωσε στην πόλη και χειροκροτούσα έναν από τους τιμώμενους κομμουνιστές, συγχωριανός μου, συγγενής μου, είχε φάει πολύ ξύλο στη χούντα, μα πάρα πολύ ξύλο, κι ήταν σακατεμένος κυριολεκτικά, πέρασε απέναντι πια κι ίσως τα λέει τώρα με τους αντιπάλους και γελάνε, ίσως και να συνεχίζει τον αγώνα του, ποιος να ξέρει, αλλά ήταν και πικραμένος γιατί στα χρόνια της κατοχής, έλεγε η μάνα μου η δεξιά, δεν είχε προλάβει να ξεπαστρέψει τον πατέρα της και ξάδελφο του, τον συνονόματο παππού μου, κι έκλαιγε η μάνα μου που τον θυμόταν να φωνάζει ρίξτε μια χειροβομβίδα στο σπίτι, όπου ήταν αυτή και τα τρία αδέλφια της, και χειροκροτούσα εγώ τον αγωνιστή κι αναρωτιόταν η μάνα μου «μα καλά κουμμουνιστής έγινε το παιδί;» κι ο παππούς μας πέθανε λίγο αργότερα από άλλη αιτία που αγνοούσε τους κομμουνιστές και τους αντί και δεν μπορούσα να είμαι αντικομμουνιστής με βούλα, κι ήρθε ο Γιάννης με την Ιθαγένειά του (Τι υπέροχο έργο θεέ μου) και τους Μετανάστες του, είμαι το νο 8 (νούμερο οκτώ) άκουγα και μάθαινα ότι το νούμερο αυτό χρησιμοποιείται και για άλλους λόγους εκτός από τον αμυντικό μέσο στο ποδόσφαιρο, κι ο Μενέλαος μ’ όλους τους αγιοποιημένους αγωνιστές, που πάσχιζα να τους συμβιβάσω μ’ αυτούς που κυνηγούσαν, κατά τους δεξιούς γονείς πάντα, τον παππού μου κι είχαν καταστήσει σαφές στον 18χρονο δεξιό πατέρα μου στα χρόνια της κατοχής ή στην ΕΠΟΝ ή…. κι έτσι δεξιός μεν αυτός αλλά αντιστασιακός αφού η καθαρή του άρθρωση, την διατηρεί μέχρι σήμερα, τον έκανε αναγνώστη-εκφωνητή του επαναστατικού τύπου στις συγκεντρώσεις των αυθορμήτως προσερχομένων στις συγκεντρώσεις της ΕΠΟΝ κι από κοντά κι ο Ρίτσος με τις μάνες που καθάριζαν φρέσκα φασολάκια κι εγώ στην Τετάρτη του γυμνασίου, στα 1975, να του χρωστώ την μεγαλύτερη χαρά μου, ένα μπράβο του φιλόλογου, προοδευτικός αυτός, δεξιός εγώ, «το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι, το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους» απαντώ όταν ρωτάει πώς εκφράζεται στη σύγχρονη ποίηση η σχέση του αντάρτη με το ντουφέκι του, ο γέρο Δήμος πέθανε ο γέρο Δήμος πάει και κάτι γι καρυοφίλλια (και σιγά μην είναι σωστή η ορθογραφία της λέξης και σιγά μην ανοίξω και λεξικό για ένα ντουφέκι που έχει αποσυρθεί κοντά 200 χρόνια τώρα) ήταν το δημοτικό τραγούδι που μας δίδασκε, και μπράβο Σ……., είπε κι εγώ πετούσα από περηφάνια γιατί εκτός των άλλων είχα κατατροπώσει τους πατενταρισμένους προοδευτικούς της τάξης και μέσα στις τόσες επαναστάσεις ήρθε κι ο Μάνος, κολτσίδα αυτός δεν έφυγε ποτέ, ούτε και τώρα που γράφω, και οι θείες μουσικές του και η αγγελική φωνή της Φλέρυ να τραγουδάει το Μεγάλο Ερωτικό του και να υποκινεί μιαν άλλη επανάσταση εντός μου, μιαν επανάσταση που αν και δεξιός δεν μπόρεσα ποτέ να καταστείλω, γιατί οι δυνάμεις που την υποστήριζαν με ξεπερνούσαν, ήταν ο Ρίτσος της Σονάτας του Σεληνόφωτος, ο Ελύτης με τα μεγάλα μάτια που τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε μες στα σπλάχνα μου, ο Σεφέρης που επέμενε ότι βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες και εκείνη η λύπη του που άφησε να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα απ’ τα δάχτυλά του χωρίς να πιει ούτε μια στάλα που, αν καταλάβαινα τότε τι έλεγε ίσως σήμερα να μην ήμουν ένας δεξιός αλλά ένας επαναστάτης, έστω και αποσυρμένος, κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι….
(Συνεχίζεται....ελπίζω αλλά δεν υπόσχομαι και καλά μη βάλετε και τα κλάματα που δεν υπόσχομαι)
Sunday, April 8, 2007
Πασχαλινά

Στις 11.00 ανοιξε ο φουρνος. Προστέθηκε το ρύζι κλπ. Τα ταψιά σκεπάζονται πάλι με τις κεραμίδες. (Ο πρωτότοκος [αδελφός μου] δένει, ο μικρός μου γιος παρακολουθεί)
Λίγα πουρνάρια ακόμη στο φούρνο.
Η θράκα περιμένει.

Οι πλάτες του Επιτίμου που επιστατεί

Ο Επίτιμος, (ο πατέρας μου) στα 81 του σήμερα, παρέδωσε την Προεδρία στον πρωτότοκο αδελφό μου, αφού άσκησε επιτυχώς τα καθήκοντα του για περισσότερα από τριάντα χρόνια

Η σύζυγος του Επιτίμου (μάνα μου φυσικά, ο Επίτιμος με μία πορεύτηκε), στα 74, η το γενικό πρόσταγμα έχουσα, δίνει το ΟΚ για τη συνέχεια (βέβαια δεν επιστατεί μόνο αλλά ξεπατώνεται στη δουλειά μέχρι τη στιγμή του ΟΚ)
Ο πρωτότοκος στην εκτέλεση του καθήκοντος. Τα πρωτοτόκια έχουν και τις δυσκολίες τους.
Το πρώτο ταψί (πέντε θα μπουν συνολικά, παλιότερα έμπαιναν μέχρι εφτά), το δικό μας, θα πάει στο βάθος. (Το μεσημέρι διαπιστώσαμε ότι μερικά κάρβουνα είχαν εισβάλει σε απαγορευμένη περιοχή, αλλά απομακρύνθηκαν επιτυχώς)

Για ευνόητους λόγους δεν υπάρχουν φωτογραφίες του περιεχομένου των ταψιών. Θα ζηλεύατε όσο κι αν έχετε φάει.
(Δυο τα ταψιά, δυο τα αρνιά είκοσι αυτοί που τα φάγαμε. Δεν υπάρχει φωτορεπορτάζ γιατί ...έτρωγα)
Για όσους ενδιαφέρονται για το θέμα. Το φαγητό ονομάζεται βουλωτό. Το αρνί ή το κατσίκι γεμίζεται με ρύζι-συκωτάκια κλπ (μη μου ζητάτε συνταγή, δεν τη΄ξέρω, εγώ απλά τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια, με εξαίρεση μία χρονιά μόνο) απλώς το τρώω. Ψήνεται στους παραδοσιακούς φούρνους, όσους σώζονται, και σε όσους κτίστηκαν πρόσφατα σε αυλές. Σε κάθε φούρνο μαζεύονται περισσότεροι, γείτονες ή συγγενείς. Ο φούρνος καίγεται με πουρνάρια από τις 07.00 και γύρω στις εννιά τά ταψιά μπαίνουν στο φούρνο, η πόρτα του οποίου κτίζεται. Σημαντικό να μην παίρνει αέρα γιατί σε διαφορετική περίπτωση, αντί για αρνί υπάρχει περίπτωση το γεύμα να γίνει με τυρί και κόκκινα αυγά. Οι μερακλήδες το στρώνουν και στα τσίπουρα περιμένοντας. Στις 11.00 ανοιγει φούρνος, γυρίζουν τα ψήματα και μπαίνει και το πέριξ ρύζι με τα σχετικά του. Στις 13.00 με 13.30 ανοίγει ο φούρνος, ο καθένας το ταψί του και δρόμο για το τραπέζι. Το ταψί μπαίνει στη μέση του τραπεζιού και γίνεται το έλα να δεις. Συνοδεύεται από τυρί και στραγγιστό γιαούρτι. Γίνονται και σαλάτες, οι οποίες απλώς περιμένουν για να πάνε στα σκουπίδια. Το φαγητό διατηρεί τη μαγεία του και σήμερα, γιατί οι περισσότεροι το κάνουν μόνο το Πάσχα, άντε και μια φορά ακόμη. Πολύ νόστιμο, αλλά για γερα στομάχια. Καλή χώνεψη.
Monday, April 2, 2007
Των Βαϊων
Πανταχού παρούσα η απουσία
μοιράζει μοναξιά
όπως φύλλα δάφνης
την Κυριακή των Βαϊων ο παππάς.
Κι επί πώλου όνου ο Νυμφίος.
Ενα κενό που το κρύβουν τα ωσαννά.
Tuesday, March 27, 2007
Το Στάδιο
Στάθηκε πίσω από το τζάμι και κοίταξε έξω. Έβρεχε πάλι. Όπως χθες, σκέφτηκε, και προχθές και πριν λίγο που είναι Μάιος του 77 κι αυτός είναι ακόμη μαθητής στην τελευταία τάξη του εξαταξίου και ετοιμάζεται για τις εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια και κάνει κοπάνα απ' το φροντιστήριο, το "Νέο Θεωρητικό" στην Πρίγκηπος Νικολάου, πλάι στο εστιατόριο, το "Χρυσό Παγώνι", όπου αργότερα του άρεσε να τρώει πατάτες με κιμά και ν' αναρωτιέται αν τα γκαρσόνια είχαν προλάβει και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, και μετά τσόντα σε κινηματογράφο στο Βαρδάρη, με τον Γιώργο Π, μαζί από έξι χρόνων στα σχολεία, τώρα είναι φούρναρης στο χωριό, παντρεμένος και πατέρας, συντροφιά με μια πληγή απ' τα χρόνια του γυμνασίου, για την κοπελίτσα, ένα θρανίο πιο μπροστά στην διπλανή σειρά, Τασούλα τη λέγανε, κι ήταν γλυκειά, δεν βλέπονται συχνά, μα τα χρόνια της αθωότητας, της εφηβείας, των φόβων και των πρώτων ερώτων κάτι έχουν αφήσει παρακαταθήκη και από καιρό σε καιρό το ποτίζουν με λίγη ρετσίνα, μη και ξεραθεί, και ο άλλος Γιώργος, Π κι αυτός, έξι χρόνια μαζί στο γυμνάσιο, υπάλληλος τώρα με δυο παιδιά από τον έρωτα της ζωής του, την Κατερίνα, που άνθισε όντας μαθητές κι οι δυο τους, χάθηκαν τώρα έστω κι αν τα λένε καμιά φορά, κι είναι εφτά τ' απόγευμα και ξεκινάνε από το Βαρδάρη για το στάδιο, κι αρχίζει να βρέχει, μπόρα καλοκαιριάτικη κ' η πόλη γυαλίζει, Αντωνίου Καμάρα για κάποιο μπουφάν, ο Τάσος όμως λείπει, και πάλι στο δρόμο με τα πουκάμισα να στάζουν, και μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα, μετά το παιγνίδι, Ελλάδα - ΕΣΣΔ 1-0 με ένα γκολ από κεφαλιά ψαράκι του Παπαϊωάννου, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και κάθεται παγωμένος στην καρότσα του DATSUN ενός συγχωριανού και φτάνει στον Φοίνικα κι από κει ταξί για το χωριό, τώρα φαντάξει τρελό, τότε φυσικό, επιβεβαίωση ελευθερίας και ανεξαρτησίας, και η πόλη, α! η πόλη, τι γοητεία, τι περίεργη ευτυχία να αισθάνεται ότι μπορεί να κυκλοφορεί στους δρόμους αυτής της απέραντης πόλης, θάλασσα ατέλειωτη, θάλασσα και βρέχει, και τον καλεί και πάλι στη μαγεία, όπως και τότε, ταλαντεύεται, θέλει να πάει, θέλει να βυθισθεί, δεν το κάνει όμως, ο βαρδάρης είναι μακριά, πολύ μακριά, κι ας αισθάνεται σαν τότε, η ελευθερία γραμμάτιο που έχει εξοφληθεί, και τη μαγεία πρέπει να τη ρουφά κρυφά σαν ουσία απαγορευμένη, με δικαστές και αστυνόμους έτοιμους να τον φυλακίσουν, αν τύχει να τον δουν να πετάει, να πετάει προς τα πίσω, στην Κέρκυρα, στην εκδρομή της έκτης του Γυμνασίου, βρέχει απ' το πρωί ασταμάτητα, δεν είναι πρόβλημα όμως, κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται, τα φλας μπερδεύονται με τις αστραπές, ο Γ, η Β, η Φ, ο Τ, ο Γυμναστής, η Α που όπως του είπαν τον αγαπούσε, δεν ήταν όμορφη, μα με κάποιο τρόπο του άρεσε, ίσως τον κολάκευε η αγάπη της, χάθηκαν πια, πάνε πολλά χρόνια που δεν την είδε, ούτε καν άκουσε, θέλει όμως να την δει, καθώς και μερικούς ακόμη από κείνη την εκδρομή, βρέχει μέχρι που να γυρίσουν, βρέχει και κάθεται στο γραφείο του, «του», τέλος πάντων, είναι στιγμές που αισθάνεται ενοχές γιατί διέψευσε τις προβλέψεις όλων που έβλεπαν λαμπρή την οδό, έξυπνος, ετοιμόλογος, ευφυής, στα δέκα επτά του στη Νομική, όμορφος που ήταν ο πρώτος μήνας, Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος, δεν θυμάται πια, ο θείος του που τον φίλησε μέσα στο δρόμο και κείνος ο καλός φίλος του ο Ηλίας, μεγαλώσανε στην ίδια γειτονιά, στον κήπο του δημοτικού σχολείου, ορφανός εκείνος από μικρός, χάθηκαν εντελώς, παρά την τόση παρέα ο χρόνος στάθηκε σκληρός, κρίμα, που τον σταμάτησε και τον φίλησε στην πλατεία του χωριού, κι η μάνα του έλαμπε από χαρά και το δειχνε κι ο πατέρας του, α! ο πατέρας του όλη του τη ζωή σκυμμένος στα χωράφια του, θυσία η ζωή στα γράμματα, στα γράμματα που ποθούσε και δεν έμαθε, δεν γέλασε, δεν χόρεψε, ούτε καν τον φίλησε, μα όσοι είχαν μάτια έβλεπαν να λάμπει, ναι η βροχή φταίει για το υγρό του πρόσωπο και η ψυχή του που θέλει πότισμα, δίσταζε πάντα να βραχεί και να ποτίσει, άνδρας γαρ, δυνατός, δυνατός τόσο που όταν τα νεύρα του τεντώνουν δεν κλαίει πια, αλλά δέρνει το γιο του γιατί στα τέσσερα του χρόνια εννοεί να είναι τόσο και όχι 44, και μετά στο μπαλκόνι του βλέπει τη βροχή και μουσκεύει το πρόσωπο του, και όλο το απόγευμα δεν μιλάει και το βράδυ, όταν μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού, αυτό, θαρρείς για να τον τιμωρήσει, έχει κοιμηθεί, και λίγο αργότερα βρέχει πάλι και είναι πρωτοετής και περιμένει κάτω από ένα μπαλκόνι, στο φροντιστήριο ΣΥΓΧΡΟΝΟ, στην Τσιμισκή, στην ΧΑΝΘ απέναντι, θυμωμένος με τη βροχή γιατί η Χ σε λίγο θα φανεί στην πόρτα και δεν μπορεί να περπατήσει μαζί της στην παραλία και να καθίσει στο παγκάκι λίγο πέρα από τον Στρατηλάτη τη λίγη ώρα που της περισσεύει, βρέχει και νιώθει πάλι στο στόμα του τη γεύση του φιλιού της, νιώθει πάλι στο χέρι του τη ζέστη της να το τυλίγει καθώς ανάμεσα στο σκούρο γαλάζιο πουλόβερ και στο ριγέ πουκάμισο αναζητάει ψηλαφητά τις πύλες που οδηγούν σε κρυμμένους παραδείσους, νιώθει να τον πλημμυρίζει και πάλι η μυρουδιά του κορμιού της, βρέχει και η μουσκεμένη ψυχή του αναζητάει την παρουσία της πλάι στο τζάκι, βρέχει και τα μικρά χαρούμενα μωράκια της αναπνοής της του έδειξαν το δρόμο και περπάτησε πάλι για το Στάδιο.......»
Wednesday, March 21, 2007
Catrine
τα γιασεμιά μου μεγαλώνουν γρήγορα
γρηγορότερα από το χρόνο στην ταυτότητά μου
απλώνουν ρίζες στα καλοκαίρια που πέρασαν
κλαδιά στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
θα είναι εδώ όταν θα έχω φύγει
θα σώζουν την προσδοκία μου
θα μιλούν την επιθυμια μου
θα τραγουδούν χρώματα και ευωδιές
όπως μ' αρέσει
έτσι θα υπάρχω
πιστός στην αναγκη της αιωνιότητας
ευλαβής στο κάλεσμα της ομορφιάς
σ' ένα κόσμο που θα έχει πεθανει
ονειρο ζωντανό
σε πείσμα του χρόνου που θα τα τυραννά
βαφτίζοντας τους τυφώνες του με ξωτικά ονόματα.
γρηγορότερα από το χρόνο στην ταυτότητά μου
απλώνουν ρίζες στα καλοκαίρια που πέρασαν
κλαδιά στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
θα είναι εδώ όταν θα έχω φύγει
θα σώζουν την προσδοκία μου
θα μιλούν την επιθυμια μου
θα τραγουδούν χρώματα και ευωδιές
όπως μ' αρέσει
έτσι θα υπάρχω
πιστός στην αναγκη της αιωνιότητας
ευλαβής στο κάλεσμα της ομορφιάς
σ' ένα κόσμο που θα έχει πεθανει
ονειρο ζωντανό
σε πείσμα του χρόνου που θα τα τυραννά
βαφτίζοντας τους τυφώνες του με ξωτικά ονόματα.
Tuesday, March 13, 2007
Νικηφόρος Ουρανός
[Για το χρόνο που θα χάσετε, όσοι τον ΄χασετε, να ζητήσετε το λόγο απ’ τη Herinna αφού είναι η ηθική αυτουργός. Ήθελε, λέει, να δει τι θα κάνω με τις λέξεις Σκιάχτρο, αρκούδα ή άρκτος, βάρκα, μετρό και λιμάνι. Και τι να κάνει ένας τυχάρπαστος περισσότερο απ’ αυτό;]
Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε πουτάνες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα, γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες. Πλησίαζε στο Μοναστηράκι, όταν σήκωσε πρώτη φορά τα μάτια του κι αντίκρισε την φωτισμένη Ακρόπολη να χάσκει ξεδοντιασμένη. "Σα σκιάχτρο" σκέφτηκε. Στο μυαλό του ήρθε κείνο το σκιάχτρο που έστηνε ο πατέρας του στ’ αμπέλι, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά από δω, χιλιάδες ώρες μακριά απ΄ το τώρα. Το σκιάχτρο, ένας σταυρός φτιαγμένος από δυο παλούκια, σκεπασμένος από μια παρταλιασμένη πουκαμίσα και λίγα άχερα στην κορυφή για κεφάλι. «Διώχνει τα πουλιά» του απάντησε. «Τούτη εδώ τι διώχνει;» αναρωτήθηκε. Το φόβο της λήθης; Της ασημαντότητας; Του μάταιου; Δεν ήξερε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά που φόρτωναν το μυαλό του. Την ξέχασε μόλις έστριψε στο στενό που του είχαν πει. Μπήκε σ’ ένα άθλιο μπαρ. Μπόχα και κάπνα και γυναίκες στα πόδια των θαμώνων. Πλησίασε στο πάγκο και ζήτησε το Σεργκέι. Τον οδήγησαν σ΄ ένα μικρό γραφείο στο πίσω μέρος. «Χίλια» του είπε με χοντρή προφορά. Τα μέτρησε πήρε το 38αρι και βγήκε. Ανέβηκε ίσια πάνω στο Σύνταγμα, πήρε καπνό, απ’ το μετρό κατέβηκε στον Άγιο Δημήτριο και το αμάξι του το πάρκαρε λίγα μέτρα απ’ το σπίτι του, κάπου ψηλά στην Ηλιούπολη.
Νικηφόρος Ουρανός έγραφε στην πόρτα που ξεκλείδωσε. Δεν τον έλεγαν Ουρανό φυσικά, Νικηφόρο όμως τον έλεγαν. Το κουβαλούσε σα βάρος αυτό το όνομα. Όσο κι αν έψαχνε δεν εύρισκε ούτε μια νίκη που να δικαιολογεί το όνομά του. Για να το χλευάσει είχε θυμηθεί τον Ουρανό. Τον είχε εντυπωσιάσει όταν μαθητής διάβασε πρώτη φορά το όνομα του βυζαντινού στρατηγού ή αυτοκράτορα, δεν θυμόταν πια ακριβώς και δεν είχε σημασία. Αρκετές φορές σχεδόν χαμογελούσε με τη σκέψη του. «Αν ήμουν ουρανός θα είχα την Άρκτο μου, τη μικρή και τη μεγάλη, την Αφροδίτη μου, Αυγερινός το πρωί το βράδυ Αποσπερίτης, και τη Σελάνα μου, να γεμίζει κάθε μήνα και να με κάνει αστραφτερό και διάφανο σαν αλάβαστρο, να αδειάζει και να γεμίζω με κείνα τα αναρίθμητα φωτάκια που αρέσει τόσο στα παιδιά να τα βλέπουν και να μαγεύονται, αλλ΄ όχι να τα δείχνουν, γιατί γιομίζουν τα δάχτυλά τους μυρμηγκιές.» «Θα είχα την άρκτο μου» σκέφτηκε και πάλι καθώς ακούμπησε το 38άρι στο γραφείο, «και δεν θα χόρευα για πενταροδεκάρες ομορφιάς όπως του γύφτου η αρκούδα κείνα τα χρόνια στη πλατεία του χωριού για λίγα ψίχουλα, δεν θα μουν ένα από τούτα τα εκατομμύρια μυρμήγκια, που απεγνωσμένα παλεύουν για ένα σπυρί, ένα ψίχουλο, μια τρύπα να χωθούν, ένα μουνί να το γαμούν και να του λεν πως τ’ αγαπούν και πως τους αγαπάει κι αυτό». Πάτησε το play στο στέρεο και την ώρα που η φωνή του Μάλαμα τραγουδούσε «στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα, βλέπεις αυτά που γίναν και τα επόμενα, βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό να τα πατάν στα στήθια τα πόδια του τα ίδια» έβαλε ένα μπέρμπον και βγήκε στο μπαλκόνι.
Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι, δεν τ’ αγαπούσε τα λιμάνια, θυμόταν όλα αυτά τα να βρεις ένα λιμάνι ν’ αράξεις, μια μεγάλη αγκαλιά σα λιμάνι κι άλλα τέτοια, όχι δεν τ’ αγαπούσε πια. Όμως το λιμάνι έφερε στο μυαλό του μια βάρκα, όχι μια συγκεκριμένη βάρκα, δεν είχε στο μυαλό του αναμνήσεις από βάρκες, εκτός ίσως από κείνη του στίχου «τώρα στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει», μια βάρκα που θα τον έπαιρνε και θα ταξίδευε αιώνια ανάμεσα ουρανό και θάλασσα χωρίς να χρειαστεί να πονέσει. Το τσιγάρο που κάηκε στο χέρι του τον γύρισε πίσω. «Δε γίνεται, δε γίνεται. Μια βάρκα γυρίζει πάντα στο λιμάνι, κι αυτός δεν ήθελε λιμάνια. "Θα φύγω" είπε φωναχτά, "θα φύγω".
Κάπνισε ένα τσιγάρο ακόμη, ήπιε το μπερμπον με μιας και γύρισε στο γραφείο του.
Άνοιξε τον υπολογιστή, έγραψε κάτι και όπλισε το 38άρι.
«Ρε σεις τα μάθατε! Ο Νικηφόρος τίναξε τα μυαλά του, σας τα λεγα ρε μαλάκες ότι ο τύπος είχε λαλήσει, σας το λεγα, όλο θα φύγω και θα φύγω ήταν, όχι μαλακίες μου λέγατε, τον πήραν από κάτω τα πενήντα του χρόνια μου λέγατε και μαλακίες. Και ξέρετε ρε, τον βρήκαν πεσμένο στο γραφείο του με το κεφάλι του, τέλος πάντων ότι είχε απομείνει απ’ αυτό, πεσμένο δίπλα στο πληκτρολόγιο, κι όταν καθάρισαν τα μυαλά του απ’ την οθόνη, έγραφε
«Εγώ φεύγω, εσείς τώρα ….άντε γαμηθείτε».
Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε πουτάνες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα, γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες. Πλησίαζε στο Μοναστηράκι, όταν σήκωσε πρώτη φορά τα μάτια του κι αντίκρισε την φωτισμένη Ακρόπολη να χάσκει ξεδοντιασμένη. "Σα σκιάχτρο" σκέφτηκε. Στο μυαλό του ήρθε κείνο το σκιάχτρο που έστηνε ο πατέρας του στ’ αμπέλι, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά από δω, χιλιάδες ώρες μακριά απ΄ το τώρα. Το σκιάχτρο, ένας σταυρός φτιαγμένος από δυο παλούκια, σκεπασμένος από μια παρταλιασμένη πουκαμίσα και λίγα άχερα στην κορυφή για κεφάλι. «Διώχνει τα πουλιά» του απάντησε. «Τούτη εδώ τι διώχνει;» αναρωτήθηκε. Το φόβο της λήθης; Της ασημαντότητας; Του μάταιου; Δεν ήξερε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά που φόρτωναν το μυαλό του. Την ξέχασε μόλις έστριψε στο στενό που του είχαν πει. Μπήκε σ’ ένα άθλιο μπαρ. Μπόχα και κάπνα και γυναίκες στα πόδια των θαμώνων. Πλησίασε στο πάγκο και ζήτησε το Σεργκέι. Τον οδήγησαν σ΄ ένα μικρό γραφείο στο πίσω μέρος. «Χίλια» του είπε με χοντρή προφορά. Τα μέτρησε πήρε το 38αρι και βγήκε. Ανέβηκε ίσια πάνω στο Σύνταγμα, πήρε καπνό, απ’ το μετρό κατέβηκε στον Άγιο Δημήτριο και το αμάξι του το πάρκαρε λίγα μέτρα απ’ το σπίτι του, κάπου ψηλά στην Ηλιούπολη.
Νικηφόρος Ουρανός έγραφε στην πόρτα που ξεκλείδωσε. Δεν τον έλεγαν Ουρανό φυσικά, Νικηφόρο όμως τον έλεγαν. Το κουβαλούσε σα βάρος αυτό το όνομα. Όσο κι αν έψαχνε δεν εύρισκε ούτε μια νίκη που να δικαιολογεί το όνομά του. Για να το χλευάσει είχε θυμηθεί τον Ουρανό. Τον είχε εντυπωσιάσει όταν μαθητής διάβασε πρώτη φορά το όνομα του βυζαντινού στρατηγού ή αυτοκράτορα, δεν θυμόταν πια ακριβώς και δεν είχε σημασία. Αρκετές φορές σχεδόν χαμογελούσε με τη σκέψη του. «Αν ήμουν ουρανός θα είχα την Άρκτο μου, τη μικρή και τη μεγάλη, την Αφροδίτη μου, Αυγερινός το πρωί το βράδυ Αποσπερίτης, και τη Σελάνα μου, να γεμίζει κάθε μήνα και να με κάνει αστραφτερό και διάφανο σαν αλάβαστρο, να αδειάζει και να γεμίζω με κείνα τα αναρίθμητα φωτάκια που αρέσει τόσο στα παιδιά να τα βλέπουν και να μαγεύονται, αλλ΄ όχι να τα δείχνουν, γιατί γιομίζουν τα δάχτυλά τους μυρμηγκιές.» «Θα είχα την άρκτο μου» σκέφτηκε και πάλι καθώς ακούμπησε το 38άρι στο γραφείο, «και δεν θα χόρευα για πενταροδεκάρες ομορφιάς όπως του γύφτου η αρκούδα κείνα τα χρόνια στη πλατεία του χωριού για λίγα ψίχουλα, δεν θα μουν ένα από τούτα τα εκατομμύρια μυρμήγκια, που απεγνωσμένα παλεύουν για ένα σπυρί, ένα ψίχουλο, μια τρύπα να χωθούν, ένα μουνί να το γαμούν και να του λεν πως τ’ αγαπούν και πως τους αγαπάει κι αυτό». Πάτησε το play στο στέρεο και την ώρα που η φωνή του Μάλαμα τραγουδούσε «στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα, βλέπεις αυτά που γίναν και τα επόμενα, βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό να τα πατάν στα στήθια τα πόδια του τα ίδια» έβαλε ένα μπέρμπον και βγήκε στο μπαλκόνι.
Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι, δεν τ’ αγαπούσε τα λιμάνια, θυμόταν όλα αυτά τα να βρεις ένα λιμάνι ν’ αράξεις, μια μεγάλη αγκαλιά σα λιμάνι κι άλλα τέτοια, όχι δεν τ’ αγαπούσε πια. Όμως το λιμάνι έφερε στο μυαλό του μια βάρκα, όχι μια συγκεκριμένη βάρκα, δεν είχε στο μυαλό του αναμνήσεις από βάρκες, εκτός ίσως από κείνη του στίχου «τώρα στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει», μια βάρκα που θα τον έπαιρνε και θα ταξίδευε αιώνια ανάμεσα ουρανό και θάλασσα χωρίς να χρειαστεί να πονέσει. Το τσιγάρο που κάηκε στο χέρι του τον γύρισε πίσω. «Δε γίνεται, δε γίνεται. Μια βάρκα γυρίζει πάντα στο λιμάνι, κι αυτός δεν ήθελε λιμάνια. "Θα φύγω" είπε φωναχτά, "θα φύγω".
Κάπνισε ένα τσιγάρο ακόμη, ήπιε το μπερμπον με μιας και γύρισε στο γραφείο του.
Άνοιξε τον υπολογιστή, έγραψε κάτι και όπλισε το 38άρι.
«Ρε σεις τα μάθατε! Ο Νικηφόρος τίναξε τα μυαλά του, σας τα λεγα ρε μαλάκες ότι ο τύπος είχε λαλήσει, σας το λεγα, όλο θα φύγω και θα φύγω ήταν, όχι μαλακίες μου λέγατε, τον πήραν από κάτω τα πενήντα του χρόνια μου λέγατε και μαλακίες. Και ξέρετε ρε, τον βρήκαν πεσμένο στο γραφείο του με το κεφάλι του, τέλος πάντων ότι είχε απομείνει απ’ αυτό, πεσμένο δίπλα στο πληκτρολόγιο, κι όταν καθάρισαν τα μυαλά του απ’ την οθόνη, έγραφε
«Εγώ φεύγω, εσείς τώρα ….άντε γαμηθείτε».
Tuesday, February 27, 2007
Πιστά σκυλιά
Τα πιστά σκυλιά ψόφο δεν έχουν
Αντέχουν
Τρώνε το κόκκαλο που τους πετούν
και φεύγουν
Αντέχουν
Ψόφο δεν έχουν, ψόφο δεν έχουν
Τα πιστά σκυλιά φωνή δεν έχουν
μα βλέπουν
Το κάθε χάδι το ρουφούν
και τρέχουν
Αντέχουν
φωνή δεν έχουν, φωνή δεν έχουν
Τα πιστά σκυλιά στη μοναξιά γαβγίζουν
και βρίζουν
Τις νύχτες τις πληγές τους γλείφουν
δακρύζουν
κι αντέχουν
Ψόφο δεν έχουν, ψόφο δεν έχουν
Αντέχουν
Τρώνε το κόκκαλο που τους πετούν
και φεύγουν
Αντέχουν
Ψόφο δεν έχουν, ψόφο δεν έχουν
Τα πιστά σκυλιά φωνή δεν έχουν
μα βλέπουν
Το κάθε χάδι το ρουφούν
και τρέχουν
Αντέχουν
φωνή δεν έχουν, φωνή δεν έχουν
Τα πιστά σκυλιά στη μοναξιά γαβγίζουν
και βρίζουν
Τις νύχτες τις πληγές τους γλείφουν
δακρύζουν
κι αντέχουν
Ψόφο δεν έχουν, ψόφο δεν έχουν
Thursday, February 22, 2007
Καπουτσίνο
Κάθε Δευτέρα, την ωρα που πέφτει η νύχτα, συνηθίζω να κάθομαι μόνος σ' ένα καφέ. Δεν πίνω γουλιά απ' τον καπουτσίνο. Μένω με τα μάτια μου καρφωμένα, κάπου ανάμεσα στους υπόλοιπους θαμώνες, ώσπου εμφανίζεται μπροστά μου ένα κάτασπρο ανθισμένο γιασεμί. Τότε χαμογελώ και αφήνομαι ηδονικά στη μυρωδιά του. Το ξέρω, με παίρνουν για τρελλό.
Για να μην τους διαψεύσω, φεύγοντας χαρίζω σε όλους από ένα μικρό ευωδιαστό κλαδάκι.
Για να μην τους διαψεύσω, φεύγοντας χαρίζω σε όλους από ένα μικρό ευωδιαστό κλαδάκι.
Sunday, February 18, 2007
Εντάξει λοιπόν να παίξω. Την πρώτη πρόσκληση την απέφυγα, αλλά το πράγμα πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας και είπαμε τυχάρπαστος, όχι ακατάδεκτος (Δε χρειάζεται να γράψω περί τινος πρόκειται γιατί οι λίγοι που έρχεστε εδω το γνωρίζετε ήδη)
Λοιπόν πέντε πράγματα γα μένα
1. "Ανεκλάλητος Παράδεισος" (Επιθυμία)
2. "Και διχως σε η Άνοιξη υποχθόνια προωθεί τα καρποφόρα της" (Φόβος)
3. "Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ μα ωστόσο λάμπει" ή "Άοσμος κι όμως πιάνεται όπως ανθός απ' τα ρουθούνια ο θάνατος" (Γνώση)
4. "Άραγε να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους ίδια; " ή αλλιώς "σα φαντάροι απολυμμένοι που κανείς δε περιμένει" (Απορία)
5. "Ζωή σε σπούδασα μα ξέχασα να ζήσω, ποιος το χαμένο μου καιρό θα φέρει πίσω" (Απολογισμός)
Και επειδή αν αρχίσω να παίζω δε σταματάω με τίποτα τα γράφω κι αλλιώς και μάλλον πιο αληθινά (έτσι κι αλλιώς δε με ξέρει κανείς)
1. Κατά βάση άνθρωπος ηδονιστής. Πέτυχα περισσότερο ως ασκητεύων στο όρος της ενοχής (Πέρασαν χρόνια για ν' αποκτήσω αγαπημένο βιβλίο κι αυτό ήταν η Δίκη του Καφκα ή ακριβέστερα οι δυο τελευταίες σειρές του βιβλίου (Δεν ορκίζομαι ότι πήρα μυρουδιά γιατί το έγραψε ο Φραντσ). "Σαν το σκυλί!" είπε και ήταν σαν να έλεγε πώς η ντροπή θα επιζούσε περισσότεο από τον ίδιο")
2. Κατά βάση άνθρωπος φοβισμένος. Έπεισα πολλούς για το θάρος μου (Μέχρι και στην πίεση της τηλεορασης άντεξα όταν κάποτε με περίλαβε).
3. Κατά βάση άνθρωπος ανίδεος. Με θαύμασαν πολλοί για τις γνώσεις μου (Τσ...τσ..τσ...πόσα ξέρει ο άνθρωπος. [Παρ' ολίγο θύμα δολοφονίας, ερωτώμενο(ς) τι ήθελε ο επίδοξος δολοφόνος στο σπίτι του στις δύο το πρωϊ, απάντησε "Πάντως όχι να διαβάσουμε Μπωντλαίρ!" και ο πολύξερος τον άφησε ενεό, όταν χαριτολογώντας του απάντησε "Ναι, εκτός κι αν κρατούσε στα χέρια του του "Τα άνθη του κακού". Δεν τα είχα διαβασει τότε και τώρα μια αμυδρή εικόνα έχω..αλλά το κομμάτι μου το' κανα])
4. Κατά βάση άνθρωπος μοναχικός. Κανείς δε πήρε μυρουδιά (Και πως να το πάρει δηλαδή οταν έχει απέναντι του έναν θορυβώδη τύπο που λεει τριακόσια ανέκδοτα στη σειρά -πριν το μυαλό μου κάνει φορματ- και το στόμα του είναι γενικώς απύλωτο, αρκετά βρώμικο -το πλένω μη πάει ο νους σας εκεί- και με μια άποψη για κάθε τομέα του επιστητού και ίσως όχι μόνο του επιστητού).
5. Κατά βάση άνθρωπος ευαίσθητος. Μπούρδες. (Εδώ δεν έχει συμπλήρωμα. Απλά μπούρδες)
¨Αντε να σας τα πω κι αλλιώς
1. Το δυό χιλιάδες είχα γεννέθλια. Εκλεισα τα σαράντα. Από τότε δεν ασχολούμαι με την μέρα της γέννησης μου.
2. Στο κρανίο μου παραμένουν μαλλιά που προτίμησαν την ατίμωση από την πτώση.
3. Δεν πάω σε γιατρούς, αν και η χοληστερίνη μου και η αρτηριακή πίεση είναι ανυπάκουες σε νουθεσίες ήδη από τα τριάντα μου. Θέλω να πεθάνω υγιής.
4. Κάποτε απόκτησα ένα τίτλο. Πορεύομαι μ' αυτόν γιατί σχεδόν κανείς σ' αυτόν τον τόπο δε σκέφτηκε ποτέ να θέσει τους τίτλους υπό αμφισβήτηση.
5. Πέτυχα και κάτι σπουδαίο πραγματικά. Εχω αποκτήσει με τη γυναίκα μου - ζω μαζί της τα τελευταία τριάντα χρόνια-, δυο αγόρια ομορφότερα και ευφυέστερα ακόμη κι απ' τον πανέμορφο και πανέξυπνο πατέρα τους (ήδη φαντάζομαι μερικά σχόλια που θα μπορούσαν να γραφούν γι' αυτο το τελευταίο, αλλά ας είναι..είμαι σίγουρος)..
Εεεε φτάνει. Οκ Οκ σταματώ
Απ' αυτούς που θα ήθελα να δώσω την μπάλα είναι οι τρεις που μου την έδωσαν. Εχω πρόβλημα δηλαδή γιατί ετσι κι αλλιώς ξέρω λίγους.
Απ' αυτούς που διαβάζω λοιπόν εκτός από τους swicth off, τιποτα και jojo που με προσκάλεσαν και τη herinna, που ήδη κλήθηκε από άλλους, κάνω πάσα στην
oulaloum.blogspot.com (μ' αρέσουν πολύ τα γραπτά της),
paidiskh.blogspot.com (μ' αρέσει ο Πίργκηπας :-))
wwwbebe-bebelac.blogspot.com (μ' αρέσουν οι κρέμες της)
aspastosblogspotcom.blogspot.com (μ' αρέσουν τα φύρδην μίγδην πράγματα)
metofeggariagalia.blogspot.com (σε ποιον δεν αρέσει να' ναι με το φεγγάρι αγκαλιά)
Ελπίζω να μπει και κανένα γκολ.
Λοιπόν πέντε πράγματα γα μένα
1. "Ανεκλάλητος Παράδεισος" (Επιθυμία)
2. "Και διχως σε η Άνοιξη υποχθόνια προωθεί τα καρποφόρα της" (Φόβος)
3. "Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ μα ωστόσο λάμπει" ή "Άοσμος κι όμως πιάνεται όπως ανθός απ' τα ρουθούνια ο θάνατος" (Γνώση)
4. "Άραγε να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους ίδια; " ή αλλιώς "σα φαντάροι απολυμμένοι που κανείς δε περιμένει" (Απορία)
5. "Ζωή σε σπούδασα μα ξέχασα να ζήσω, ποιος το χαμένο μου καιρό θα φέρει πίσω" (Απολογισμός)
Και επειδή αν αρχίσω να παίζω δε σταματάω με τίποτα τα γράφω κι αλλιώς και μάλλον πιο αληθινά (έτσι κι αλλιώς δε με ξέρει κανείς)
1. Κατά βάση άνθρωπος ηδονιστής. Πέτυχα περισσότερο ως ασκητεύων στο όρος της ενοχής (Πέρασαν χρόνια για ν' αποκτήσω αγαπημένο βιβλίο κι αυτό ήταν η Δίκη του Καφκα ή ακριβέστερα οι δυο τελευταίες σειρές του βιβλίου (Δεν ορκίζομαι ότι πήρα μυρουδιά γιατί το έγραψε ο Φραντσ). "Σαν το σκυλί!" είπε και ήταν σαν να έλεγε πώς η ντροπή θα επιζούσε περισσότεο από τον ίδιο")
2. Κατά βάση άνθρωπος φοβισμένος. Έπεισα πολλούς για το θάρος μου (Μέχρι και στην πίεση της τηλεορασης άντεξα όταν κάποτε με περίλαβε).
3. Κατά βάση άνθρωπος ανίδεος. Με θαύμασαν πολλοί για τις γνώσεις μου (Τσ...τσ..τσ...πόσα ξέρει ο άνθρωπος. [Παρ' ολίγο θύμα δολοφονίας, ερωτώμενο(ς) τι ήθελε ο επίδοξος δολοφόνος στο σπίτι του στις δύο το πρωϊ, απάντησε "Πάντως όχι να διαβάσουμε Μπωντλαίρ!" και ο πολύξερος τον άφησε ενεό, όταν χαριτολογώντας του απάντησε "Ναι, εκτός κι αν κρατούσε στα χέρια του του "Τα άνθη του κακού". Δεν τα είχα διαβασει τότε και τώρα μια αμυδρή εικόνα έχω..αλλά το κομμάτι μου το' κανα])
4. Κατά βάση άνθρωπος μοναχικός. Κανείς δε πήρε μυρουδιά (Και πως να το πάρει δηλαδή οταν έχει απέναντι του έναν θορυβώδη τύπο που λεει τριακόσια ανέκδοτα στη σειρά -πριν το μυαλό μου κάνει φορματ- και το στόμα του είναι γενικώς απύλωτο, αρκετά βρώμικο -το πλένω μη πάει ο νους σας εκεί- και με μια άποψη για κάθε τομέα του επιστητού και ίσως όχι μόνο του επιστητού).
5. Κατά βάση άνθρωπος ευαίσθητος. Μπούρδες. (Εδώ δεν έχει συμπλήρωμα. Απλά μπούρδες)
¨Αντε να σας τα πω κι αλλιώς
1. Το δυό χιλιάδες είχα γεννέθλια. Εκλεισα τα σαράντα. Από τότε δεν ασχολούμαι με την μέρα της γέννησης μου.
2. Στο κρανίο μου παραμένουν μαλλιά που προτίμησαν την ατίμωση από την πτώση.
3. Δεν πάω σε γιατρούς, αν και η χοληστερίνη μου και η αρτηριακή πίεση είναι ανυπάκουες σε νουθεσίες ήδη από τα τριάντα μου. Θέλω να πεθάνω υγιής.
4. Κάποτε απόκτησα ένα τίτλο. Πορεύομαι μ' αυτόν γιατί σχεδόν κανείς σ' αυτόν τον τόπο δε σκέφτηκε ποτέ να θέσει τους τίτλους υπό αμφισβήτηση.
5. Πέτυχα και κάτι σπουδαίο πραγματικά. Εχω αποκτήσει με τη γυναίκα μου - ζω μαζί της τα τελευταία τριάντα χρόνια-, δυο αγόρια ομορφότερα και ευφυέστερα ακόμη κι απ' τον πανέμορφο και πανέξυπνο πατέρα τους (ήδη φαντάζομαι μερικά σχόλια που θα μπορούσαν να γραφούν γι' αυτο το τελευταίο, αλλά ας είναι..είμαι σίγουρος)..
Εεεε φτάνει. Οκ Οκ σταματώ
Απ' αυτούς που θα ήθελα να δώσω την μπάλα είναι οι τρεις που μου την έδωσαν. Εχω πρόβλημα δηλαδή γιατί ετσι κι αλλιώς ξέρω λίγους.
Απ' αυτούς που διαβάζω λοιπόν εκτός από τους swicth off, τιποτα και jojo που με προσκάλεσαν και τη herinna, που ήδη κλήθηκε από άλλους, κάνω πάσα στην
oulaloum.blogspot.com (μ' αρέσουν πολύ τα γραπτά της),
paidiskh.blogspot.com (μ' αρέσει ο Πίργκηπας :-))
wwwbebe-bebelac.blogspot.com (μ' αρέσουν οι κρέμες της)
aspastosblogspotcom.blogspot.com (μ' αρέσουν τα φύρδην μίγδην πράγματα)
metofeggariagalia.blogspot.com (σε ποιον δεν αρέσει να' ναι με το φεγγάρι αγκαλιά)
Ελπίζω να μπει και κανένα γκολ.
Thursday, February 15, 2007
Δικάσιμος Τριμελούς
Δεν είναι ακόμη 09.00 και βρίσκομαι ήδη έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Σας το είπα κι άλλοτε, έρχομαι τακτικά εδώ. Σήμερα, χορτασμένος από την κρεοφαγία της ερωμένης του Βαρθολομαίου που μου χάρισε απλόχερα η TV, της συμπαράστασης των ανωνύμων υπέρ απατημένου συζύγου, του φερόμενου ως δολοφόνου, αλλά, να μη το ξεχάσω, και της αποπομπής του αγωνιστή Κουλούρη, από την μεγάλη αγκαλιά της δημοκρατικής παράταξης, δεν έχω μεγάλες αντοχές και διάλεξα ένα ταπεινό Τριμελές. Άνθρωποι πηγαινοέρχονται καπνίζοντας έξω από την αίθουσα, κάποιοι κάθονται στις καρέκλες, άλλοι ακούν με προσοχή τις συμβουλές των δικηγόρων, κανείς δε γελάει, κανείς δε δείχνει ευχαριστημένος, εκτός από μένα ίσως, που είμαι εδώ για να χαζέψω. Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι και θα μπω στην αίθουσα. Θα πάρω εκείνη τη θέση που σας είπα, λίγο πιο ψηλά από τους άλλους, ώστε να βλέπω όλη την αίθουσα καθαρά, να βλέπω την απόγνωση, τον φόβο και, ανάλογα με την έκβαση, την ανακούφιση στα πρόσωπα των κατηγορουμένων, την ευχαρίστηση ή την αποδοκιμασία στα πρόσωπα των υπολοίπων. Και βέβαια να βλέπω τα πρόσωπα των Δικαστών. Μ’ αρέσουν τα πρόσωπα των δικαστών, αυτών των για λίγη ώρα μικρών θεών, αυτών που μπορούν να σε κάνουν σπουδαίο, όταν με το ανάλογο των περιστάσεων σοβαρό ύφος, σου αναγνωρίζουν γενναιότητα ή την ειλικρίνεια ή σε κατακεραυνώνουν γιατί ψεύδεσαι ή γιατί ήσουν απρόσεκτος ή γιατί είσαι επικίνδυνος ή γιατί είσαι απροσάρμοστος ή άξιος σωφρονισμού. Αυτοί ξέρουν, μπορούν να κρίνουν, να σε βάλουν στο καλούπι να δουν αν ταιριάζεις κι ανάλογα να σε αποδώσουν στην κοινωνία ή να σε περάσουν από το κρεβάτι του Προκρούστη, ώστε να απαλλαχτείς απ’ ότι περισσεύει ή να αναγκαστείς να αναζητήσεις ότι σου λείπει. Μ’ αρέσουν οι δικαστές, σοβαροί πάντα, καλοντυμένοι, περιποιημένοι, ακτινοβολούν σοφία, ορθότητα δικαιοσύνη. Μ’ αρέσουν και οι Εισαγγελείς, ταγμένοι να αγρυπνούν πάντα μη και ξεφύγει κανένας από το κρεβάτι του Προκρούστη. Τέλος πάντων, μ’ αρέσουν όλα αυτά αλλά κυρίως τα πρόσωπα των υπολοίπων, σφιγμένα, πονεμένα, καταπτοημένα καμιά φορά και τα ανακουφισμένα. Να μαι λοιπόν στη θέση μου. Η συνεδρίαση άρχισε. Όπως το είχα προβλέψει, τίποτα συνταρακτικό. Μικροτραυματισμοί σε τροχαία, εξυβρίσεις, ότι πρέπει δηλαδή για το επιδόρπιο που είχα ανάγκη. Οι Δικαστές έχουν εύκολη δουλειά. Ο Εισαγγελέας επίσης. Λέει λίγα αυτός, αποφασίζει γρήγορα το Δικαστήριο, αδειάζει σιγά σιγά η αίθουσα. Αρχίζω να βαριέμαι. Ετοιμάζομαι να φύγω την ώρα που ένας νεαρός απολογείται για χρήση κάνναβης. Κοντοστέκομαι. Γιατί έκανες χρήση; Τον ρωτάνε. Είναι τρομοκρατημένος, τραυλίζει, με δυσκολία ακούγεται η φωνή του. Μένω για τη συνέχεια. «Είχα προβλήματα, δεν ήμουν καλά» «Δηλαδή, τι προβλήματα;» είναι η ερώτηση. «Ε, να. Τα χάλασα με τη κοπελιά μου. Ζοριζόμουν. Κάπνισα για να χαλαρώσω». Ένοχος λέει ο Εισαγγελέας, το Δικαστήριο συμφωνεί, τρεις μήνες η ποινή, να προσέχεις δεν είναι λύση αυτή, ο παρηγορητικός λόγος του Δικαστή. Φεύγει με το κεφάλι κατεβασμένο, ενώ ο πατέρας του μάλλον, κάτι του λέει με ύφος έντονο. Ε! κάτι μου πρόσφερε αυτό. Μένω και για τη συνέχεια. Τώρα επικεντρώνω τη προσοχή μου στην έδρα. Σας είπα, κάθομαι σε μια θέση λίγο πιο ψηλά από τους άλλους και μπορώ να τους βλέπω όλους καθαρά. Ο εισαγγελέας δείχνει αφηρημένος. Κάτι γράφει σ’ ένα χαρτί. Μου κάνει εντύπωση γιατί δε μοιάζει να συμμετέχει πια. Δεν ρωτάει και περιορίζεται σε τυποποιημένες φράσεις. Είναι λίγες οι υποθέσεις που έμειναν, λύεται η συνεδρίαση λέει ο Πρόεδρος και η έδρα αδειάζει. Πλησιάζω. Στη θέση του Εισαγγελέα υπάρχει ένα μουτζουρωμένο χαρτί. Με δυσκολία διαβάζω τι γράφει. Στίχοι με ρίμες που λένε περίπου
Σφαχτάρια στα τσιγκέλια οι ψυχές
Στέκουν βουβές μπροστά στους Δικαστές
Σφιγμένα πρόσωπα αμήχανες φωνές
Στις ερωτήσεις απαντούν με συλλαβές
«Γιατί χασίς;» ρωτάει ο Δικαστής
«Η κοπελιά μου μ’ άφησε και πού να κρατηθείς;»
Φωνή που σβήνει και τα μάτια του θολά
Είναι από φόβο ή η εικόνα της ξυπνά;
Όμως η Τάξη πρέπει να γνωρίζει
Ότι ο φόβος το μυαλό του φυλακίζει
Γιατί αν η εικόνα της τον κυνηγά
Ούτε ποινή μήτε ο νόμος τη νικά.
Χαμογελώ. Το βάζω στη τσέπη μου και φεύγω.
Wednesday, February 14, 2007
Χειμώνας
Συνέχιζε να χιονίζει έξω.
Στεκόμουν στο παράθυρο κι άκουγα το βόμβο των νιφάδων
καθώς η μια πάνω στην άλλη στοιβάζονταν
Σε είδα να 'ρχεσαι
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Χαράκωνες το άσπρο και πλησίαζες δίνοντας την αυγή στο βλέμμα μου.
Ένιωσα να μ' αγγίζεις
Έσκυψα να σε φιλήσω
κι έμεινα να κοιτώ το τζάμι που το θάμπωσε η λαχτάρα μου.
Συνέχιζε να χιονίζει έξω.
Μα εσύ ήρθες
Με τον ανοιξιάτικο ουρανό στα μάτια
και το αεράκι του Απρίλη φυλακισμένο στα μαλλιά σου.
Απλωσα το χέρι να σε χαϊδεψω
κι έμεινα να κοιτώ το χνάρι που άφησε το χέρι μου
καθώς χανόσουν στη νύχτα τη λευκή
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Ήρθες πάλι απόψε
Γλυκειά της νιότης μου ψευδαίσθηση.
Στεκόμουν στο παράθυρο κι άκουγα το βόμβο των νιφάδων
καθώς η μια πάνω στην άλλη στοιβάζονταν
Σε είδα να 'ρχεσαι
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Χαράκωνες το άσπρο και πλησίαζες δίνοντας την αυγή στο βλέμμα μου.
Ένιωσα να μ' αγγίζεις
Έσκυψα να σε φιλήσω
κι έμεινα να κοιτώ το τζάμι που το θάμπωσε η λαχτάρα μου.
Συνέχιζε να χιονίζει έξω.
Μα εσύ ήρθες
Με τον ανοιξιάτικο ουρανό στα μάτια
και το αεράκι του Απρίλη φυλακισμένο στα μαλλιά σου.
Απλωσα το χέρι να σε χαϊδεψω
κι έμεινα να κοιτώ το χνάρι που άφησε το χέρι μου
καθώς χανόσουν στη νύχτα τη λευκή
Μια μπλε γραμμή πάνω στο χιόνι
Ήρθες πάλι απόψε
Γλυκειά της νιότης μου ψευδαίσθηση.
Wednesday, February 7, 2007
Επιθυμία
Το νιώθω. Θα ΄ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Σφεντάμια, σημύδες και λεύκες θα σε βλέπουν να βαδίζεις πάνω στην ασημιά λωρίδα που θα χαράζει το φεγγάρι. Θα βαδίσεις το μονοπάτι που οδηγεί στο ξέφωτο με τις μαργαρίτες. Με είδες να τις μαδάω χρόνια ψάχνοντας αυτή που κρύβει το μυστικό σου «Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά;» μ’ άκουσες να λέω πάλι και πάλι Στο βάθος θα σε καλεί ένα μικρό χρυσοκίτρινο φως. Θα προχωρήσεις αργά, όχι από δισταγμό αλλά από φόβο μήπως άργησες. Πίσω σου, η δροσιά που θα πέφτει ήδη, θα ζωγραφίζει τα ίχνη σου πάνω στη χλόη που θα τσακίζεται από τα βήματά σου. Θα περάσεις από το κατώφλι και θα σταθείς μπροστά σ΄ ένα μικρό γραφείο. Μια φωτογραφία σου θα σου στέλνει ένα χαμόγελο. Μια πένα ανοιχτή θ’ αφήνει το μελάνι της ν’ απλώνεται σα χτυπημένο αίμα πάνω σε μια λευκή σελίδα. Θα διαβάσεις τις λίγες σειρές που είναι γραμμένες. «Το νιώθω θα ‘ρθεις μια νύχτα μα με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν ρυθμικά, σαν τη δροσιά που στάζει απ’ τη στέγη στο τσίγκινο πιατάκι του σκύλου. Θα βλέπω τα φεγγάρι απλωμένο στο πρόσωπό σου σα μάσκα ομορφιάς. Τα μαλλιά σου σαν αχτίδες μιας απόκοσμης λάμψης που ποτέ δε βρήκα τη πηγή της. Έπειτα θα στρέψεις το βλέμμα σου και θα με δεις. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα στη γωνιά πλάι στο παράθυρο». Θ’ αφήσεις τη σελίδα στο γραφείο, θα στρέψεις το βλέμμα και θα με δεις σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Θα πλησιάσεις. Θ’ απλώσεις το χέρι σου και θ’ αγγίξεις το πρόσωπό μου. Έτσι όπως ονειρευόμουν πάντα, απόδειξη πως αυτό που κάποτε είδα στο βλέμμα σου ήταν αλήθεια. «Ηρθα» θα ψιθυρίσεις. Θα σκύψεις και θα με φιλήσεις στα χείλη. «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» θα ψιθυρίσεις. Θ’ ανοίξω τα μάτια και θα χαμογελάσω. Αλλά δεν θα είμαι εκεί. Θα έχω γίνει ένα λευκό σύννεφο, η το κυπαρίσσι που στέκει πίσω από το παράθυρο, ή πάλι εκείνο το αεράκι που σε τύλιγε καθώς πλησίαζες, ή το αστέρι που καταφέρνει να λάμπει παρά το φως του φεγγαριού, ή η μελάνη που είδες να απλώνει σαν αίμα πάνω στη λευκή σελίδα ή μια μαργαρίτα μ’ ένα μόνο πέταλο πάνω στο μίσχο της. Θα βγεις πάλι και θα βαδίσεις προς το ξέφωτο με τις μαργαρίτες. Θα σταθείς εκεί. Ούτε εσύ θυμάσαι ποια κρύβει το μυστικό σου. Εκεί ανάμεσα στις κομμένες θα βρεις μία μ’ ένα μόνο πέταλο απείραχτο στο μίσχο της.
Το νιώθω. Θα ‘ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να τρίζουν ελαφρά πάνω στη δροσιά της χλόης. Το νιώθω.Όμως εγώ δεν θα υπάρχω πια.
Το νιώθω. Θα ‘ρθεις μια νύχτα να με βρεις. Θ’ ακούω τα βήματά σου να τρίζουν ελαφρά πάνω στη δροσιά της χλόης. Το νιώθω.Όμως εγώ δεν θα υπάρχω πια.
Thursday, February 1, 2007
Μάθημα ανθρωπογνωσίας
Είμαι ένα μικρό παιδί που προσποιείται το μεγάλο για να σας ξεγελά έμαθα τη γλώσσα σας τον τρόπο που μιλάτε που τρώτε που γελάτε κι όταν χρειάζεται μαζί σας τραγουδώ κι ετσι κανείς ποτέ σας δε θα μάθει γιατί μόλις η νύχτα ανοίγει τα φτερά της ή και χωρίς αυτή κάθε φορά που κλείνω τα μάτια χάνεστε με μιας κανείς σας δεν υπάρχει κι η γλώσσα μου γίνεται ξανά ήχοι ανάκατοι χωρίς ειρμό με σύμφωνα πολλά που ο λαιμός σας δε μπορεί να τα προφέρει ή άλλες με φωνήεντα μακρά όπως αυτά που μες στην έκπληξη σας ή στο πόνο σας θυμάστε και προπαντός κανείς σας δε θα μάθει πως κάνω τα χέρια μου πινέλα κι αρχίζω μέσα στη νύχτα να τραβώ γραμμές κόκκινες κίτρινες μαβιές πράσινες γκρίζες και χρυσές ύστερα τις φυσώ και αποκτούν ζωή κινούνται μεγαλώνουν γίνονται θάλασσα βαθειά και στο βυθό της κολυμπώ ξέρετε πως όπως στα όνειρά σας μόνο που το ξεχνάτε το πρωί γιατί στο φως νομίζετε πως ήσαστε σπουδαίοι με δικηγόρους και γιατρούς με δικαστές χρηματιστές παπάδες και πολιτικούς ίππους πολλούς μηχανικούς σινιέ ρουχάκια μυς γυμνασμένους και σκληρούς στήθη και κώλους πλαστικούς και οι γραμμές μου γίνονται ουρανός κι εγώ κάνω τα χέρια μου φτερά και τραγουδώ μαζί με τα πουλιά και σας κοιτώ από ψηλά να μοιάζετε ασήμαντες κουκίδες τόσες πολλές που μουτζουρώνετε τη γη σαν τα σκουπίδια που πετάτε εδώ κι εκεί σαν τους καπνούς που αφήνετε παντού κι είστε πολλοί και τρέχετε σα φοβισμένοι ποντικοί χωρίς να ξέρετε για πού σαν κάτι να σας κυνηγά σπίτια να κτίζετε ψηλά σε θάλασσες και σε βουνά κάτι να ψάχνετε παντού και να ξεχνάτε το παιδί που μέσα σας κουρνιάζει και φτιάχνει μαγικούς βυθούς απέραντους καθάριους ουρανούς δίνει στα χρώματα ζωή και στη ζωή σας τη στιγμή που να χωράει το κάθε τι μα η νύχτα φέρνει την αυγή κι εγώ είμαι ένας από σας που πότε πότε υποκρίνομαι πως τάχα είμαι παιδί να ξεγελώ τη πίκρα μου που είμαι ένας από σας που είμαι ένας από μας.
Tuesday, January 30, 2007
Θητεία
Τώρα τις νύχτες
δε γράφω στίχους
δεν ονειρεύομαι
δε τραγουδώ
Σαν παλιός στρατιώτης τις μέρες που του μένουν
Διαγράφω ένα ένα τ' αστέρια
Μέχρι να τελειώσει το φως.
δε γράφω στίχους
δεν ονειρεύομαι
δε τραγουδώ
Σαν παλιός στρατιώτης τις μέρες που του μένουν
Διαγράφω ένα ένα τ' αστέρια
Μέχρι να τελειώσει το φως.
Monday, January 29, 2007
Οικουμενικές συμβάσεις
"Ποιητές, τέκνα του κώδωνος κινδύνου"
Ο ποιητής είναι, εξ ορισμού, ο τέλειος διπλωμάτης, αφού εξωραΐζει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη βάρβαρη ανάγκη του να ξεσκίζει ένα μουνί και να το πείθει ότι, τούτο και μόνο τούτο, είναι η πεμπτουσία του σύμπαντος.
Thursday, January 25, 2007
Καθρέφτες
Πρωί
Κοιτάζομαι στο καθρέφτη
Μαλλιά καστανά πολλά και μακριά χτενισμένα προς τα πάνω.
Δέρμα χωρίς ρυτίδες λείο αψεγάδιαστο
Φοράω το καινούργιο μου μπλουτζιν
Από ένα κατάστημα στην Αγίας Σοφίας τ' αγόρασα χθες
Σιγοσφυρίζω τραγουδώ
Λίγο φάλτσος μα υποφέρομαι
Παίρνω τα βιβλία μου και ξεκινώ
Η ζωή είναι ωραία
Λιγο αργότερα στο αστικό μια κοπελίτσα άντε να' ναι στα είκοσι
"Παρακαλώ καθίστε"
Χαμογελώντας μου δίνει τη θέση της
Κοιτάζομαι στο καθρέφτη
Μαλλιά καστανά πολλά και μακριά χτενισμένα προς τα πάνω.
Δέρμα χωρίς ρυτίδες λείο αψεγάδιαστο
Φοράω το καινούργιο μου μπλουτζιν
Από ένα κατάστημα στην Αγίας Σοφίας τ' αγόρασα χθες
Σιγοσφυρίζω τραγουδώ
Λίγο φάλτσος μα υποφέρομαι
Παίρνω τα βιβλία μου και ξεκινώ
Η ζωή είναι ωραία
Λιγο αργότερα στο αστικό μια κοπελίτσα άντε να' ναι στα είκοσι
"Παρακαλώ καθίστε"
Χαμογελώντας μου δίνει τη θέση της
Sunday, January 21, 2007
Δικαιοσύνη
Κάθομαι σε μια γωνιά και παρατηρώ την αίθουσα. Είμαι ένα επίπεδο πιο ψηλά κι έχω μια καθαρή εικόνα. Παλιά, αλλά με πολύ ψηλό ταβάνι και πέντε μεγάλα παράθυρα ολόγυρα, που την κάνουν αρκετά φωτεινή. Απ΄ έξω ο συνήθης θόρυβος των αυτοκινήτων, που δεν είναι καθόλου λίγα. Στο βάθος της, απέναντι από τα παράθυρα, έχει μια έδρα, περίπου δυο μέτρα ύψος σε σχήμα Πι με μικρά πόδια, επενδυμένη με καφέ σκούρα φτηνή φορμάϊκα. Φαίνονται οι πλάτες από, πέντε και δυο στα πλάγια, εφτά συνολικά πολυθρόνες,. Ακριβώς μπροστά κι ένα μέτρο μακριά, ένα αναλόγιο μ’ ένα ευαγγέλιο. Πιο πίσω, ένα μέτρο επίσης, ένα παγκάκι ξύλινο και αριστερά και δεξιά απ’ το παγκάκι, δυο μικρότερες έδρες, σα σχολικά θρανία της εποχής μου, πριν το ’75 δηλαδή, αλλά λίγο πιο μεγάλα, κι ακόμη πιο πίσω, σε διάταξη τεσσάρων στηλών, παγκάκια, τέσσερα ή πέντε σε κάθε στήλη. Όλα παλιά και φθαρμένα, άβολα και αντιαισθητικά. Είναι φανερό πώς είναι αίθουσα δικαστηρίου. Έρχομαι συχνά, καθένας και οι διαστροφές του, και παρακολουθώ. Δεν ξέρω τι ακριβώς με φέρνει εδώ. Δικαιοσύνη. Ένα σημαίνον με βαριά σημασία. Ίσως αρέσκομαι στα πομπώδη και στα μεγάλα. Ίσως γιατί θέλω να αισθάνομαι ότι εγώ δεν είμαι σαν αυτούς που δικάζονται, είμαι καλός. Ίσως γιατί εδώ η απόλαυση του πόνου των άλλων, είναι άμεση, χωρίς τη διαμεσολάβηση κάμερας ή φωτογραφικού φακού, ίσως γιατί μ’ αρέσει να βλέπω τη διάψευση των μύθων και των ουτοπιών που κρύβουν οι μεγάλες σημασίες πίσω απ’ τα ελκυστικά σημαίνοντα. Ίσως…Να τώρα πλησιάζει ένας πατέρας και ορκίζεται ότι θα πει την αλήθεια. Ο γιος του χάθηκε σ΄ ένα τροχαίο , στα 25 του. Συνοδηγός στο αυτοκίνητο του φίλου του, είναι ο κατηγορούμενος, βγήκε από το δρόμο έκανε τρεις τούμπες, ο οδηγός βγήκε με γρατζουνιές, ο φίλος του δε βγήκε ποτέ. Δεν ξέρω τίποτε για το τροχαίο λέει ο πατέρας, άκουσα μετά ότι βγήκε ένας σκύλος στο δρόμο, άλλοι μου είπαν ότι κοιμήθηκε κι η φωνή του ραγίζει προσπαθεί όμως και δεν θέλω την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου αν και δεν ήρθε ούτε να με δει, τελειώνει, την ίδια στιγμή που μια νεαρή στο βάθος της αίθουσας, αδελφή ίσως, κλαίει. Ο κατηγορούμενος με το κεφάλι σκυμμένο ακούει τον πατέρα και μετά μια μάρτυρα που λέει άκουσα ένα θόρυβο και είδα το αυτοκίνητο να κάνει τούμπες μέσα στο δρόμο, όχι δεν είδα σκύλο ήμουν σοκαρισμένη κι έπειτα ο κατηγορούμενος με τη φωνή του τσακισμένη και καταπίνοντας με δυσκολία τους κόμπους στο λαιμό του πονάω που χάθηκε ο φίλος μου, που χάθηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσα εγώ, που δεν ήμουν εγώ στη θέση του, έχω τύψεις, έχω την ευθύνη, είδα το σκύλο στα 100 μέτρα στην άκρη του δρόμου ξαφνικά άρχισε να τον διασχίζει δεν φρέναρα φοβήθηκα τα αυτοκίνητα πίσω μου προσπάθησα να τον αποφύγω μου έφυγε το αυτοκίνητο, μα η μάρτυρας δεν είδε σκύλο επιμένει ο πρόεδρος θα τον είχε δει ήταν απέναντι, είμαι ψηλά και βλέπω καθαρά τον εισαγγελέα να κάνει μια αδιόρατη γκριμάτσα δυσφορίας ύστερα από λίγο αγορεύει αργά χωρίς χειρονομίες εκφράζει τη λύπη του για το θάνατο κατανοεί την συντριβή του κατηγορούμενου ναι μπορεί να υπήρξε ο σκύλος έστω κι αν δεν τον είδε η μάρτυρας λέει κανείς δε συγκρατεί στη μνήμη του ένα σκύλο σ΄ ένα πλάνο όπου ένα αυτοκίνητο κάνει τούμπες μέσα στο δρόμο ένοχος, προτείνει, το ίδιο λέει και το Δικαστήριο, ένα χρόνο φυλακή και το εκκλησίασμα διαλύεται. Δικαιοσύνη. Σας είπα τα βλέπω από ψηλά και σκέφτομαι την εικόνα. Ένα αυτοκίνητο με δυο νέους που ίσως κουβεντιάζουν, ο οδηγός βλέπει το σκύλο, δε κάνει καμιά σκέψη, ίσως κι ο συνοδηγός το ίδιο, μιλάνε για τις κοπέλες τους, για το βράδυ τους για τις δουλειές τους για οτιδήποτε μπορεί να μιλάνε δυο νέοι άνθρωποι, τη ίδια στιγμή που στο πλάι του δρόμου μια γυναίκα μαζεύει τα σκουπίδια , γαμώτο κωλόσκυλο λέει ή απλά σκέφτεται ο οδηγός κάνει ελιγμό το αυτοκίνητο αναποδογυρίζει η γυναίκα σηκώνει το κεφάλι της ο σκύλος περνάει απέναντι αδιάφορος για όλα αυτά τα ασθενοφόρα η αστυνομία ο τσακισμένος πατέρας ο συντριμμένος κατηγορούμενος η ενοχή η ποινή η ενοχή η ενοχή η ενοχή και με τα κεφάλια σκυμμένα φεύγουν όλοι με τα κεφάλι σκυμμένα για πάντα. Φεύγουν και οι δικαστές ο ρόλος του ολοκληρώθηκε δεν ξέρω τι σκέφτονται αν είναι ικανοποιημένοι λυπημένοι προβληματισμένοι δεν ξέρω δεν τους βλέπω δεν ακούω τι λένε μόλις κατεβαίνουν από τη σκηνή ίσως δεν έχει και σημασία ίσως και να έχει δεν ξέρω. Μένω λίγο ακόμη στη θέση μου, εκεί λίγο πιο ψηλά από το δάπεδο, ίσως δυο μέτρα ψηλότερα και σκέφτομαι και τώρα τι άλλαξε τι θα ήταν διαφορετικό αν δεν είχε παιχτεί η παράσταση της δικαιοσύνης τι ευθύνη να καταλογίσεις σ’ ένα σκύλο ίσως το μόνο που έμεινε ήταν η διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα στο βαθύτερο πόνο δεν επιθυμώ την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου είπε ο πατέρας και στάθηκε πιο ψηλά από μένα που ήμουν στην αίθουσα πιο ψηλά από του δικαστές πιο ψηλά από την αίθουσα πιο ψηλά από τη Δικαιοσύνη. Δεν θέλω την ποινική δίωξη είπε ο πατέρας και γύρισε στη θέση να σκουπίσει τα δάκρυα του.
Έρχομαι συχνά σ’ αυτή την αίθουσα κι αν τύχει θα σας πω κι άλλη φορά για τη δικαιοσύνη και τους ανθρώπους, όπως τη βλέπω απ’ τη γωνιά που κάθομαι στην αίθουσα, λίγο πιο ψηλά από τους άλλους.
Έρχομαι συχνά σ’ αυτή την αίθουσα κι αν τύχει θα σας πω κι άλλη φορά για τη δικαιοσύνη και τους ανθρώπους, όπως τη βλέπω απ’ τη γωνιά που κάθομαι στην αίθουσα, λίγο πιο ψηλά από τους άλλους.
Thursday, January 18, 2007
Μάθημα Βιολογίας
Σκόνη παντού.
Στις καρέκλες, στο γραφείο, στις βιβλιοθήκες.
Παντού.
Και στον αέρα που ανασαίνω.
Τρυπώνει παντού και τρόπος να την αποκλείσεις
Κανένας.
Θάνατος παντού.
Κύτταρα νεκρά.
Υπόμνηση μιας αδήριτης ματαιότητας.
Μοιρα αναπότρεπτη.
Σκόνη.
Στις καρέκλες, στο γραφείο, στις βιβλιοθήκες.
Παντού.
Και στον αέρα που ανασαίνω.
Τρυπώνει παντού και τρόπος να την αποκλείσεις
Κανένας.
Θάνατος παντού.
Κύτταρα νεκρά.
Υπόμνηση μιας αδήριτης ματαιότητας.
Μοιρα αναπότρεπτη.
Σκόνη.
Subscribe to:
Posts (Atom)

